«Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ σε σκηνοθεσία Κώστα Σιλβέστρου.
Ποτάμια μελάνης έχουν χυθεί για να φιλοξενήσουν αναλύσεις επί αναλύσεων κι ερμηνείες επί ερμηνειών που αναδιφούν εξονυχιστικά στις αινιγματικές πτυχές του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Από τη θρησκευτική, τη φιλοσοφική, την πολιτική, την κοινωνιολογική, την ηθική, την ψυχαναλυτική, την ιστορική, την υπαρξιακή σκοπιά. Κείμενο ορθάνοιχτο σε αναγνώσεις κι ερμητικά κλειστό σε δοσμένες επεξηγήσεις, εκεί που μοιάζει εξαντλημένο, μια νέα πρόταση έρχεται να το φέρει πάλι στο σημείο μηδέν.
68 χρόνια μετά την πρώτη απόπειρα, το διάσημο έργο- ορόσημο του Μπέκετ μεθερμηνεύεται υπό το πρίσμα του παραλόγου της κυπριακής πραγματικότητας, σε μια εκδοχή τοποθετημένη σε ταράτσα στη Νεκρή Ζώνη της Λευκωσίας, με Βλαδίμηρο και Εστραγκόν έναν Ελληνοκύπριο κι έναν Τουρκοκύπριο, αντίστοιχα. Αυτό δεν είναι απλώς μια ιδέα που ιντριγκάρει. Μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Σαν μια συνταγή τόσο καλογραμμένη που χορταίνεις και μόνο που τη διαβάζεις. Είσαι σίγουρος ότι η σύλληψη θα «κολλήσει». Απλώς είσαι περίεργος για το πώς και το πόσο. Ταυτόχρονα, όμως, ένας τέτοιος, καραμπινάτος «εγκιβωτισμός» του μπεκετικού οράματος δεν μπορεί να μην ενέχει και το σοβαρό ρίσκο που οφείλει να ενέχει κάθε σπουδαία ιδέα: άραγε ο συγγραφέας θα συμφωνούσε;
Αν λάβει κανείς υπόψη τις σχολαστικές προδιαγραφές του, τότε οπωσδήποτε η δημιουργική ομάδα υπό τον Κώστα Σιλβέστρο παρατυπεί. Η αντικατάσταση του Πότζο, του Λάκι και του Αγοριού μ’ ένα παλιό ραδιόφωνο είναι μια ακραία πρωτοβουλία. Εξίσου τολμηρή είναι αυτή η δίγλωσση απόδοση με τους υπέρτιτλους στον τοίχο να βοηθούν τον θεατή ν’ ακολουθεί τους διαλόγους, αλλά ακόμη περισσότερο η σχεδόν αυτομάτως προκύπτουσα αντιστοίχηση του προσώπου του Γκοντό με τη λύση του πολυσύνθετου πολιτικού γρίφου της Κύπρου. Το πνεύμα του Μπέκετ δεν χωράει σε κουτί, αρνείται πεισματικά να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε απερίφραστη και αμάσητη ερμηνεία. Όσο το περιορίζεις, τόσο αυτό ξεγλιστρά και διαστέλλεται.
Όμως, η παραδοξολογία της καθημερινότητας –ειδικά στην περιοχή του Λήδρα Πάλας- όταν την παρατηρείς πιο προσεκτικά κι όσο την αναλογίζεσαι, κάνει ακόμη και το θέατρο του παραλόγου να μοιάζει με νατουραλιστικό δράμα. Από ένα σημείο και μετά ξεχνάς τον Μπέκετ, συνειδητοποιώντας ότι η πραγματικότητα τον ξεπερνά. Έπειτα, η θέαση μετατρέπεται σ’ ένα συναρπαστικό παιχνίδι διασύνδεσης των αναφορών του έργου με γνώριμες πτυχές της τραγελαφικής κατάστασης πραγμάτων στην Κύπρο. Κι η αλήθεια είναι ότι τα ταιριάσματα προκύπτουν κατά ριπάς, με επιφανέστερη την αναμονή για μια σωτηρία που δεν έρχεται ποτέ και τη διαπίστωση ότι εδώ συμβαίνουν τα πάντα όσο δεν συμβαίνει τίποτα. Για την ακρίβεια, όπως παρατήρησε κάποτε ο κριτικός Βίβιαν Μέρσιερ, «δεν συμβαίνει τίποτα, δυο φορές».
Η ταράτσα του Σπιτιού της Συνεργασίας προσφέρει πανοραμική θέα στο μπεκετικό πεδίο της Νεκρής Ζώνης και περιλαμβάνει σύμβολα της ουδετερότητας και της ειρηνευτικής ρουτίνας. Εκεί στήθηκε ένα σκηνικό από τη Θέλμα Κασουλίδου όπου η προβλεπόμενη ιτιά έχει φυτρώσει μέσα σε μια παλιά σκοπιά περιστοιχισμένη από οχυρωματικά τσουβάλια. Το πραγματικό σκηνικό όμως απλώνεται πολλές εκατοντάδες τετραγωνικά μέτρα πέρα στην περιοχή, όσο φτάνει το μάτι. Τείχη, σημαίες, πινακίδες, σύμβολα της κατοχής και της διαίρεσης, το εμβληματικό ξενοδοχείο, το οδόφραγμα, η παλιά πόλη, η άγρια βλάστηση.
Το ραδιόφωνο μεταδίδει ένα σουρεαλιστικό, απόλυτα κυπριακό ηχοτοπίο με μουσικές, τραγούδια, ομιλίες, οικείο και για τις δύο κοινότητες της Κύπρου, μέσα από εκατέρωθεν παρεμβαλλόμενες συχνότητες. Το ευρύτερο αστικό ηχοτοπίο, ωστόσο, είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον: κόρνες, μαρσαρίσματα, θρησκευτικά καλέσματα, φωνές, ένα εργαστήρι κρουστών, οι χορευτικές μουσικές των μονίμως ευδιάθετων ειρηνευτών στο Λήδρα Παλλάς. Μάλιστα, στην περμιέρα, η κορυφαία στιγμή ήρθε όταν ο Γιώργος Κυριάκου- Ντίντι, τη στιγμή που σκεπάζει ήσυχα και στοργικά τον κοιμώμενο Ιζέλ Σεϊλανί- Γκόγκο, δαγκώνεται θυμωμένος από το αναπέντεχο (!) χτύπημα της καμπάνας από μια κοντινή εκκλησία που «απειλεί» να ξυπνήσει τον σύντροφό του. Η πραγματικότητα δεν κρατιέται, εισχωρεί. Εδώ κι ο Μπέκετ θα χειροκροτούσε. Είμαι σίγουρος ότι θεατές σε επόμενες παραστάσεις θα βρουν ανάλογα σημεία αναφοράς.
Ο σκηνοθέτης και διασκευαστής Κώστας Σιλβέστρος κατάλαβε από νωρίς ότι δεν είχε νόημα να αναρωτιέται τι εννοούσε ο ποιητής, αλλά να βρει τη φόρμουλα που θα επιτρέψει τους μηχανισμούς αντιστοιχίας να λειτουργήσουν σχεδόν από μόνοι τους. Δεν επιβάλλει τις επεξηγήσεις, όσο κραυγαλέες κι αν φαίνονται· η ερμηνεία δεν είναι δική του δουλειά, αλλά του θεατή. Η δική του παραλλαγή, με τις σκηνικές εμπνεύσεις, τα λογοπαίγνια, τη χρήση του θεάτρου σκιών, επιχειρεί να υπογραμμίσει τα όχι και τόσο αυτονόητα κοινά ταυτοτικά χαρακτηριστικά, σχολιάζει την έννοια της κυπριακότητας, στοχάζεται πάνω στις έννοιες της ανομονής, της ελπίδας, της αυτοεπιβαλλόμενης αδράνειας, συνδιαλλέγεται με το παράδοξο της αλλαγής και της σταθερότητας.
Οι δυο τριαντάρηδες πρωταγωνιστές, συνομήλικοι του σκηνοθέτη κι εκπρόσωποι της μεταπολεμικής γενιάς με τη «φυτεμένη» μνήμη, έμοιαζαν σαν πράγματι να βρίσκονταν και να έπαιζαν μαζί για 50 χρόνια. Μεγαλωμένοι τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά, με μια απεχθή γραμμή να τους διαχωρίζει με το ζόρι, συνειδητοποίησαν ότι είχαν τις ίδιες προσλαμβάνουσες κι ότι είναι παγιδευμένοι στο ίδιο τέλμα, όπου το ξόδεμα του χρόνου είναι μια καθημερινή τελετουργία.
Σε μια σκηνική πρόταση, λοιπόν, όπου όλα κουμπώνουν εντελώς φυσιολογικά –ακόμη κι η ώρα έναρξης με το σκοτάδι να πέφτει μαλακά λίγο πριν το τέλος- κάθε παράδοξο μετατρέπεται σε κανονικό. Κι από την ανιαρή και άσκοπη αναμονή, από το μοτίβο της ακινησίας, γεννάται η πιο συναρπαστική δράση. Η γνωστή οδηγία του Μπέκετ στο τέλος κάθε σκηνής («δεν κινούνται»), μετατρέπεται σε ταυτόχρονη κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση με το ίδιο αποτέλεσμα.