Δεν θα έπρεπε για έναν αριθμό σημαντικών λόγων να αφήσουμε ασχολίαστο το έργο, που εγκαινιάζοντας από το τέλος του φετινού Μαρτίου της παγκύπριας πρώτης του μια σειρά επιτυχών παραστάσεων, εξακολουθεί να ανεβαίνει στον Θεατρικό Πολυχώρο Εστία.
Κατ’ αρχήν, πρόκειται για τον καλογραμμένο δραματικό μονόλογο του Μάνου Καρατζογιάννη, αφιερωμένο ως ελάχιστο μνημόσυνο οφειλόμενου χρέους και τιμής στην τόσο πρόωρα αδικοχαμένη κορυφαία ηθοποιό Ελένη Παπαδάκη (1908-1944). Αυτή την ιέρεια του θεάτρου, που άξια διάδοχος των μεγάλων ομότεχνών της, της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης, πρωτοστάτησε στην ελληνική σκηνή κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και της Κατοχής, εμβληματικά συνώνυμη με τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Αντιγόνης και της Εκάβης, της Κλυταιμνήστρας, της Δισδαιμόνας και της βασίλισσας Ελισάβετ, όπως και με άλλους κεντρικούς είτε δευτερεύοντες χαρακτήρες του παγκόσμιου δραματολογίου. Μια ευπαίδευτη και χαρισματική πολυσχιδής προσωπικότητα αλλά και μια τραγική ηρωίδα στη σύντομη πορεία της ζωής της, που επιμαρτυρεί ωστόσο την πληρότητα ενός βίου θαυμαστών έργων και επίζηλων ημερών μέχρι τον μαρτυρικό της θάνατο από τους δήμιους εκτελεστές της.
Παρότι έχουν εκδοθεί βιογραφίες για την Παπαδάκη, όπως η εμπεριστατωμένη μονογραφία του Πολύβιου Μαρσάν, καθώς και το μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές», εμπνευσμένο από τα συνωμοτικά παρασκήνια της στυγερής της δολοφονίας, υπολειπόταν η δραματοποίηση της πολύπλευρης θεατρικής της προσφοράς μέσα από τις τελευταίες εναγώνιες στιγμές της. Το θεατρικό κείμενο υπό τον τίτλο «για την Ελένη» του ηθοποιού και συγγραφέως Μ. Καρατζογιάννη, που ανέβηκε σε σκηνοθεσία από τον ίδιο στην Αθήνα το 2016, ήλθε να συμπληρώσει το κενό με τις περιεκτικά ενδεικτικές αναφορές στους κυριότερους δημιουργικούς σταθμούς και τα θρυλικά σκηνικά επιτεύγματα της επιφανούς τραγωδού και εξέχουσας ερμηνεύτριας σε όλα τα είδη του θεατρικού λόγου.
Μια επί πλέον συγγραφική κατάθεση που ζωντανεύει παραστατικά τη μνήμη της, διαλύοντας το σκοτάδι της λήθης και τον σκοταδισμό της ωμής βίας τις ταραγμένες εκείνες μέρες των Δεκεμβριανών του 1944. Ποιος θα μπορούσε τότε να προτάξει τη δημοκρατία της ελεύθερης έκφρασης και τη διαφορετικότητα της άλλης άποψης, την παραμικρή έστω διαφωνία με τις κομματικές ακρότητες ή την ουδετερότητα της απολίτικης στάσης, ανακόπτοντας «την αρρώστια μιας εποχής και την παραφροσύνη μιας φυλής», όπως ευστόχως είχε επισημάνει σε επικήδειο σημείωμά του για την Παπαδάκη ο θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης Αλέξης Σολωμός.
Ενάντια στη συγκάλυψη, εντούτοις, μιας πολυετούς σκευωρίας, που την ήθελε και μετά από χρόνια όχι απλώς ξεχασμένη αλλά και στιγματισμένη με την κατηγορία του «οριζόντιου δωσιλογισμού», η αποκάλυψη της αλήθειας. Και στον αντίποδα των ψευδεπίγραφων αιτιάσεων το φως των αποδεικτικών στοιχείων και η διαφάνεια των αδιάσειστων τεκμηρίων για την αθωότητα της δημοφιλούς ηθοποιού, η οποία υπήρξε το ανυποψίαστο πρώτο επώνυμο θύμα της ΕΑΜικής Εθνικής Πολιτοφυλακής, πρωτίστως όμως της προσχεδιασμένης πλεκτάνης τόσο ανάμεσα σε κάποιους άνανδρους του ΕΛΑΣ όσο και στους υποχθόνιους ηθικούς αυτουργούς από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Όλων εκείνων που με το εκδικητικό μένος της εχθρότητας και της μικρόψυχης αντιζηλίας μπορεί να πέτυχαν την ψυχική κακοποίηση και τη φυσική της εξόντωση, αλλά όχι τον αφανισμό της απαστράπτουσας πνευματικότητάς της, ταυτόσημης με το αθάνατο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και του ελληνοπρεπούς δημοκρατικού πολιτισμού.
Για τούτο και είναι προς τιμήν της καλλιεργημένης περί τη θεατρική παιδεία ηθοποιού μας Φάνης Πέτσα, η οποία συνέλαβε την ιδέα να μεταφερθεί στη μικρή αλλά πρωτοποριακή σκηνή της Εστίας για την παρουσίαση λιγότερο γνωστών έως και άγνωστων σημαντικών έργων η δραματοποίηση κομβικών πτυχών της ζωής της Ελένης Παπαδάκη, όπως τις αφηγείται η ίδια λίγο πριν τη βίαιη εκτέλεσή της μέσα από τον προαναφερθέντα μονόλογο. Αξιέπαινος επίσης και ο σκηνοθέτης Άγις Παΐκος, που αποδέχθηκε την εισήγηση και της εμπιστεύθηκε την ενσάρκωση του ρόλου.
Τόσο η ερμηνεία όσο και η σκηνοθεσία αναμετρήθηκαν με τις δυσκολίες και τα προβλήματα του εγχειρήματος και επαξίως και τα κατάφεραν. Την έλλειψη κινηματογραφικών αρχείων και ηχητικών ντοκουμέντων, πλην μιας ολιγόλεπτης ηχογράφησης με τη φωνή της Παπαδάκη, που διασώθηκε από το ΒΒC, αναπλήρωσε, όπως κατέδειξε το αποτέλεσμα, η ενδελεχής έρευνα σε οπτικό και βιβλιακό υλικό. Η σκληρή και μεθοδική δουλειά της Φάνης να ζωντανέψει τη μεγάλη ηθοποιό, κατακτώντας τον απροσπέλαστο ρόλο, αποδείχθηκε στην πειστική της απόδοση μέσα από την άνεση των κινήσεων και την ερμηνευτική αισθαντικότητα των ψυχολογικών και συναισθηματικών καταστάσεων. Εννοείται ότι ένας μονόλογος απέναντι στο βουβό πρόσωπο του εκτελεστή, που υποδύθηκε επιδέξια ο νεαρός ηθοποιός Στέλιος Στυλιανού, δεν είναι προφανώς ό,τι πιο εύκολο. Συμβολικός ο χορός τους στο «Τανγκό της Θεατρίνας» του Χαιρόπουλου, «σαν από επιθάνατιο βιολί», που προοιωνίζεται το επικείμενο φρικτό τέλος.
Ως προς τη σκηνογραφία, με επιμέλεια της Ιφιγένειας Αβραάμ, επισημαίνεται η φιλοτέχνηση του κήπου στο βάθος της σκηνής, που παραπέμπει σε μια φωτογραφία της Παπαδάκη στον κήπο της, καθώς και η σχετική αναπαράσταση της μαρμάρινης προτομής της, που υψώνεται μεγαλοπρεπής στο ταφικό της μνημείο με τη μορφή της Ρεγάνης από τον ομώνυμο ρόλο της στον Βασιλιά Ληρ. Τους αναγεγραμμένους εκεί στίχους του Άγγελου Σικελιανού απέδωσε ηχογραφημένα με την υποβλητικότητα της φωνής του ο Νίκος Χαραλάμπους.
Μια ξεχωριστή παράσταση για τη διακεκριμένη ηθοποιό, που αξίζει τον δίκαιο έπαινο.