Κανονικά δεν θα έπρεπε να συζητάμε για όσα κατά βάθος φοβόμαστε για εμάς τους ίδιους κι απ’ τη δική μας στάση.
Μένω κοντά στα Δικαστήρια, στο παλιό γενικό νοσοκομείο, στην είσοδο του Γραμμικού Πάρκου, αλλά δεν τους είχα ξαναδεί – κι ούτε γνωρίζω από πότε είναι εγκατεστημένοι εκεί, δίπλα απ’ το γιοφύρι: Καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι μέσα σε τρία μεγάλα -μπλε και γκρίζα- αντίσκηνα κάθονται οκλαδόν επάνω σε κουβέρτες στο χορτάρι μπροστά στην είσοδο του Δημοτικού κήπου· με μαντήλες δυο τρεις γυναίκες, ξυπόλητα τα παιδιά αγγίζοντας με τα δάχτυλά τους το χώμα, άντρες που κάπνιζαν κοιτώντας τα αυτοκίνητα που αργά αργά σταματούσαν και αντίκρυζαν οι οδηγοί στα αριστερά τους μια σκηνή που ούτε τους είχε διαμορφώσει ούτε είχαν ποτέ αναφορά στο οπτικό τους πεδίο, το «προστατευμένο» από εικόνες συνήθεις μεγαλουπόλεων· ένα ξαφνικό βίωμα που μοιάζει μετεωρισμός ανάμεσα στη «φούσκα» του κυπριακού μικρόκοσμού μας και στην πραγματικότητα του πλανήτη, του γεμάτου από τέτοιους ανθρώπους-πρόσφυγες που εκλιπαρούν, σύρονται, και ελπίζουν ακροβατώντας σ’ αυτά τα χιλιοστά λάθους που μπορεί και να τους κοστίσουν ακόμη και τη ζωή (ή τη ζωή των παιδιών τους, ειδικά αν κυνηγιούνται ανέμελα στις άκρες της Νεχρού μόλις σουρουπώσει, την ώρα που ο μονόδρομος ανεβάζει ταχύτητες).
«They have children» λένε, ως το καίριο σημάδι της αβύσσου της πληροφορίας σ’ αυτό που συμβαίνει σ’ ένα χώρο που -κανονικά- είναι εκτός γκέτο -εκτός Περικλέους, Απόλλωνος, Άρεως και «ΟΧΙ»-, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν αυτή η ανθρώπινη «ασπίδα» βοηθά πια μέσα στις τόσες «έγνοιες» του πληθωρισμού των απόψεων που μεγεθύνουν τις τελευταίες μέρες τα επιστολόχαρτα με τα «γιατί να ψηφίσεις αυτούς και όχι τους άλλους» – προτροπή που θα ‘πρεπε να ήταν εξ’ ορισμού απορριπτική με τόσο άνευ λόγου πεταμένο στα σκουπίδια χαρτί. Ακόμα κι αυτοί που κηρύσσουν την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα απ’ το Facebook είναι ζήτημα αν οι δύο από τις χίλιες τους λέξεις συνοδεύονται και από δράση (από πραγματική δράση, όχι από περιπάτους με πλακάτ στην Μακαρίου) ή από κάποια πράξη σοβαρή και αποτελεσματική πέρα από τον ναρκισσισμό των likes και των δημόσιων «μπράβο» που δεν θα έπρεπε να αφορούν κανέναν.
Άλλωστε, η μεγάλη ομορφιά, η φιλανθρωπία (της ευρύτερης έννοιας αλλά και της συγκεκριμένης, της απτής) συμβαίνει πάντοτε σιωπηλά – όπως αυτές οι μπουκάλες νερού που έφεραν στους πρόσφυγες του κήπου απέναντι κάποιοι που έτυχε να τους δουν (όχι πολλοί), μερικές κονσέρβες και λίγα τάπερ με ζεστό φαγητό, κυρίως για τα ξυπόλητα μωρά – είναι η γενναιοδωρία αυτή που δεν κοινοποιήθηκε πουθενά και που την αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι ως τη δευτέρα παρουσία του ομιχλώδους τους παρόντος, που συγκινεί πολύ.
Κατάγονται οι περισσότεροι από το Κουρδιστάν. Η ιστορία τους δεν διαφέρει και πολύ από όσες καταγράφονται ποικιλοτρόπως μεταξύ ενδιαφέροντος ή εκμηδένισης (λόγω αλλοφυλίας)· ένα μακρύ ταξίδι κόπου και ελπίδας μέσα από τις βόμβες, την οικονομική εκμετάλλευση μετά, του οράματος της Ευρώπης που έχει γίνει γι’ αυτούς τους ταλαιπωρημένους η σάλα του κόσμου και της ανοχής, οι διαβάσεις μέσα από τα κατεχόμενα, η αρχική βοήθεια, η διαμονή σε κέντρα προσφύγων και σε ξενοδοχεία, το τέλος της βοήθειας ξαφνικά – η αρχή της μεγάλης τους απελπισίας. «Ψάχνουν δουλειά» λένε, είναι έτοιμοι για μπογιατίσματα και σοβατίσματα, και σφουγγάρισμα και καθάρισμα σπιτιών, αλλά ποιος να τους πάρει χωρίς χαρτιά, χωρίς νόμιμες διαδικασίες που εκκρεμούν σε δαιδαλώδη πήγαινέλα σε Υπηρεσίες τού όπου φτωχός κι η μοίρα του – «τι να κάνουμε άλλο; Δεν επαιτούμε!».
Μία βδομάδα πριν από τις εκλογές, όπου ο συναισθηματικός μας κόσμος διαμορφώνεται μέσα από κραυγές και είναι ύπουλα βαλμένος μέσα σε ένα διαφημιστικό περιβάλλον διακίνησης χρημάτων και αστείων επιχειρημάτων πειθούς, κάποιοι άνθρωποι -αυτό το «περιθώριο» κι η «λέρα» για τους ορίτζιναλ φασίστες ή για όσους θα υποδυθούν τους δημοκρατικούς με την προβιά ρατσιστή στις εκλογές της 30ης Μαΐου- μεταλλάσσουν εύκολα τα αγκάθια σε ρόδα και χαμογελούν στο τόσο δα μικρό ευχαριστώντας για κάτι που -συνήθως- αλλάζει την κοσμοθεωρία αυτού που δίδει (όχι εκείνου που λαμβάνει) και δεν μιλά (προπαντός). Είναι θέμα ανθρωπιάς. Είναι το αντίθετο του φαίνεσθαι. Κι είναι -κυρίως- δίπλα σου. Αρκεί να τους «δεις».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 23.5.2021.