Έχουμε γενέθλια. Ο Μπομπ Ντύλαν κλείνει τα 80.

Η σημαίνουσα επέτειος γιορτάζεται εδώ και μέρες με τους αναμενόμενους τρόπους. Εξώφυλλο και cover story στο Uncut, 5-6 σελίδες στο Mojo (παραδόξως όχι εξώφυλλο), αφιερώματα στην Guardian (και στους Financial Times), ρετροσπεκτίβες από το BBC Radio 4 – αναμένουμε το ποστ της Patti Smith στο Instagram, το Oral History του Vulture και το σνομπάρισμα του Brooklyn Vegan.

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ιδιοφυίες της γενιάς του (Paul McCartney, Mick Jagger, Lou Reed, Paul Simon, Roger Waters, Ray Davis), ο Ντύλαν δεν υπήρξε νέος. Γεννήθηκε γέρος και νέαζε καθώς μεγάλωνε αποβάλλοντας τα βαρίδια του σοφού προφήτη. Ένας, τρόπον τινά, Μπέντζαμιν Μπάτον με τέτοια αυτογνωσία ώστε στα 23 του να τραγουδά “but I was so much older then / I’m younger than that now” κι αυτό να ακούγεται νορμάλ.

Δεν είναι άρα αφύσικο που στο ομώνυμο ντεμπούτο του 1962 ακούμε ένα κουρασμένο ραμολί να παίζει παραδοσιακή μουσική ενώ στο πρόσφατο Rough and Rowdy Ways του 2020 ακούμε ένα ορεξάτο τζόβενο να μας δουλεύει κανονικά. Αναδρομικά, φαίνεται φυσιολογικό που στην παρθενική εμφάνισή του, το σοβαροφανές 20χρονο βλαχαδερό αναπέμπει δεήσεις στους νεκρούς μέντορες (Woody Guthrie, Leadbelly, Cisco Houston) και μεμψιμοιρεί “Got on the stage to sing and play / Man there said “Come back another day”” ενώ στο έσχατο -και κύκνειο;- άσμα του ο 78χρονος διάσημος νομπελίστας το καταδιασκεδάζει: “I rollick and I frolic with all the young dudes / I contain multitudes”.

Επί τη ευκαιρία, αν είναι θεμιτό να γυρίσει το “no reason to get excited” σε «τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά» τότε το πιο πάνω μπορεί να αποδοθεί «χαριεντίζομαι μ’ όλους τους κουλ νεαρούς / έχω χιλιάδες εαυτούς». Γίνονται μεταποιήσεις. Δεκτές μόνο σοβαρές προτάσεις.     

Όχι ο αποκλειστικός αλλά σίγουρα ο αντιπροσωπευτικότερος εισαγωγέας του Ντύλαν στην Ελλάδα, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ακολούθησε το -κατά μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερο- είδωλό του τόσο στα καλλιτεχνικά όσο και στα υπαρξιακά αφού ούτε ο «εξαίρετος τροβαδούρος μας από τη Μακεδονία» (Πανούσης) έχανε ευκαιρία να μοστράρει τις αντιφάσεις του, να συγκρούεται μέχρι στραπατσαρίσματος και να μπαίνει στο ρουθούνι πρώην (και νυν και αεί) φαν.

Όμως ο Βορειοελλαδίτης δεν κόπιαρε τυφλά τον Ντύλαν αλλά τον μεταβόλιζε επί τω ελληνικότερον (μας το αποδεικνύει ο Δημήτρης Καράμπελας στο εντυπωσιακό «Διονύσης Σαββόπουλος» την κορυφαία, ίσως, μονογραφία που γράφτηκε ποτέ στα ελληνικά). Αναγεννημένος Χριστιανός στα σαράντα παρά κάτι το πάλαι ποτέ Εβραιόπουλο από τη Μινεσότα; Νεορθόδοξος στα σαράντα παρά κάτι το γεννημένο (μια μέρα πριν τα Δεκεμβριανά) σε μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ παιδί απ’ τη Σαλονίκη. Έτσι, στα mid-twenties του, ο ψηλόλιγνος διοπτροφόρος, βιώνοντας επίσης πρωθύστερα γηρατειά, ένιωθε πως δικαιούνταν κι αυτός να αναπολεί τους παλιούς του φίλους, να βαρυγκωμά  επειδή «η ζωή αλλάζει / δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία» και να μυξοκλαίγεται «Σαν Ρεμπέτικο Παλιό / σβήνει η φωνή μου και σκορπάει / πουθενά στον τόπο αυτό / η μπογιά μου τώρα πια δεν περνάει».

Δέκα χρόνια μετά, στους οριακούς «Αχαρνής», λες και του έσκασε στα χέρια η βόμβα μιας βραδυφλεγούς νιότης, βγάζει στο κλαρί τα επόμενα φυντάνια (Παπάζογλου, Μπουλάς, Ζιώγαλας) και ταυτόχρονα καταγγέλλει έξαλλος (υποδυόμενος τάχα τον Αριστοφάνη) την αλλήθωρη νεολαία, την τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική. «Ιούδα!» φώναξε απ’ τις κερκίδες ένας 20άρης ονόματι Κηθ Μπάτλερ, πικραμένος οπαδός της Μάντσεστερ Σίτυ και της φολκ, στον 25χρονο Μπομπ Ντύλαν μόλις τέλειωσε την εκτέλεση του “Ballad of a Thin Man”. «Δεν σε πιστεύω» απάντησε εν ακαρεί και εις επήκοον όλων ο βάρδος. «Είσαι ψεύτης». Αμέσως μετά, κι ενώ ακούγονταν ήδη τα πρώτα ακόρντα του “Like a Rolling Stone”, με τη φυσαρμόνικα φορεμένη στο λαιμό, στράφηκε προς την μπάντα και διέταξε “Play it fucking loud!”. Εάν δεν με πιστεύετε, εμπιστευτείτε το youtube.      

Όποιος σαραντάρης δεν έχει την τύχη να ζει εντοιχισμένος, νιώθει νομίζω λίγο σαν τον κύριο Τζόουνς: Ξέρει πως κάτι συμβαίνει εδώ αλλά δεν ξέρει τι είν’ αυτό. Όπως με την ομοιοπαθητική, το αντίδοτο βρίσκεται μέσα στο δηλητήριο και στην προκειμένη κυκλοφορεί την ίδια χρονιά (1965, το annus mirabilis του Ρόμπερτ Ζίμερμαν) υπό τύπον βουδιστικού κοάν: “He not busy being born is busy dying”. Κάπως έτσι, προσπαθώντας να πετύχω τη σωστή δοσολογία φαρμάκι-γιατρικό, παραμένω -λευκός, μεσήλικας, προνομιούχος άρρην- απασχολημένος στο μαγγανοπήγαδο της κυοφορίας μου.

Πόσο; Στο όριο της εργασιομανίας. Πώς; Παρατηρώντας τα μιλλένιαλ. Τι είναι μιλλένιαλ, τέκνον μου; Αναφέρομαι σε όσους έχουν τώρα την οριστική ηλικία του Ίαν Κέρτις μέχρι όσους έχουν τώρα την σταυρική. Και το τοπίο; Από μακριά, αχνοφέγγει μια γενιά που δομείται ψηφιακά και ξεχαρβαλώνεται αναλογικά, άφοβη κι αμέριμνη, κάπως ακκιζόμενη, κατά βάθος κομφορμιστική. Από κοντά, δείχνουν να κωλοβαρούν και να ξύνονται όμως στην πραγματικότητα ψάχνουν πραματάκια φτάνει να τους είναι απολύτως χρήσιμα ή παντελώς άχρηστα.

Μυγιάγγιχτοι με τις υποχρεώσεις, υστερικοί με τα δικαιώματα, δίχως αποκλειστικό εχθρό (οι γονείς είναι του χεριού τους, το σύστημα είναι σπασμένο για όλους γενικά, η πολιτική δεν τους αφορά ειδικά) εξεγείρονται κατά του εαυτού τους, κατά του ίδιου του σώματός τους εξ ου το τόσο piercing, το τόσο τατουαζιλίκι, το τόσο στυλιζαρισμένο αντι-στυλιζάρισμα με ευδιάκριτη ρετροφουτουριστική πατίνα. Πάντοτε καμωμένα με ειρωνεία διότι τα πάντα είναι ειρωνικά – τα αγόρια ειρωνεύονται ακόμη και το σώβρακο που ξεμυτίζει απ’ το μαγιό, τα κορίτσια το ημιμόνιμο (ή το μόνιμο μη μανικιούρ).

Δεν είναι όλοι ίδιοι, υπάρχει ποικιλομορφία -όπως σε όλα τα χριστεπώνυμα πληρώματα- που πάντως υποχωρεί χαρίζοντας αρραγή ομοιογένεια στο πιο κρίσιμο: στο είδος της ειρωνείας. Ανεξαρτήτως ενδοφυλετικών αποχρώσεων, οι 24-33 παροχετεύουν πανομοιότυπη ειρωνεία προς μια συγκεκριμένη συνιστώσα του παρελθόντος, αυτήν που εμφανίζεται ανά τους αιώνες και παίρνει τη μορφή της αυθεντίας. Τίποτε δεν τους υπερβαίνει, τίποτε δεν τους αμηχανεύει, τίποτε δεν τους θαμπώνει – τίποτε δεν είναι ανώτερό τους. Τα φέρνουν όλα στα προκρούστεια μέτρα τους, στο τρέχον γούστο τους. Κι από γούστο; Ό,τι πει ο αλγόριθμος!  

Είπαμε να πατάξουμε την πατριαρχία. Σύμφωνοι. Αλλά, αφού η φύση απεχθάνεται το κενό, να δούμε και τι θα βάλουμε στη θέση της; Το gender fluidity είναι υπέροχο, μα επαρκεί; Η ειρωνεία, ως γνωστόν, αποψιλώνει τα μεγέθη οπότε ό,τι τυγχάνει μη κατανοητό ή -παρ’ ελπίδα- μη αρεστό ή -Θεός φυλάξοι- πολιτικώς μη ορθό, τόσο το χειρότερο για εκείνο.

Το να επιχειρήσεις να ψελλίσεις ότι τα αδιέξοδα αυτής ακριβώς της στάσης τα έχει χαρτογραφήσει διεξοδικά και εύληπτα ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλλας πριν από 20 χρόνια, δεν θα ήταν απλώς μάταιο αλλά θα αναζωπύρωνε την ειρωνεία τους καθιστώντας το όλο εγχείρημα διπλά ειρωνικό. Όμως ύστερα σκέφτομαι το δρόμο και πως the kids are alright και να τρώω την πρόοδο με τα φλούδια και τα κουκούτσια της. Τα issues είναι ολόδικά μου. Ίσως επειδή νομοτελειακά είμαι πιο κοντά στον γέρο που θα γίνω απ’ ότι στον νέο που ήμουνα. Κι αν δεν μπορώ να αντιληφθώ ότι η εποχή με ξέρασε, πρόβλημά μου και να παραγγείλω ένα tofu stir fry να μου περάσει. Ή να μιλώ με τους έξερς και τους μπούμερς με τους οποίους συνεννοούμεθα απταίστως άλλωστε για φλέγοντα ζητήματα, όπως για το αν το Σχέδιο Ανάν ήταν η τελευταία χαμένη ευκαιρία ή αν ήταν το Κραν Μοντανά.

Θυμίζω ότι είναι στα 45 (ούτε στα 35 ούτε στα 55) που ο Σαββόπουλος συμπέρανε πως «σ’ αυτή την ηλικία / ή μιλάς της κάθε μιας γενιάς / καινούργιας και παλιάς / ή κλείνεις και σιωπάς». Και μη βιαστείτε να πείτε πως άλλο η ζωάρα του Νιόνιου κι άλλο οι ανόητες ζωές μας.  Στο κάτω κάτω της γραφής, όπως βάζει ο Τσιώλης, στην πρώτη από τις τρεις γυναίκες του, τον αγιογράφο Μπακιρτζή να δηλώνει σοβαρότατος: «Είμαστε κι εμείς καλλιτέχνες. Ντάξει, δεν κάναμε τίποτα. Και τι έγινε». Λοιπόν, γράψτε λάθος. Κάθε πρόταση ευπρόσδεκτη. 

Κανονικά αυτό θα ήταν το τελευταίο κείμενο της στήλης. Είναι όμως αδύνατον να περάσει ασχολίαστη η τρέχουσα προεκλογική εκστρατεία. Οπόταν θα ψηφίσουμε και μετά θα πούμε ωρεβουάρ. Ή αντίο. 

Φιλελεύθερα, 23.5.2021.