«Ντα» του Χιου Λέοναρντ σε σκηνοθεσία Μαρίας Καρσερά.
Στην παράσταση του ΘΟΚ με το «Ντα» του Χιου Λέοναρντ ΔΕΝ συμμετέχει η πίπα του Μάνου Κατράκη. Ο λόγος για τη συγκεκριμένη πίπα που χρησιμοποιούσε όταν έπαιξε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον ρόλο του Ντα σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Ο ρόλος εκείνος έμελλε να είναι κι ο τελευταίος της σπουδαίας καριέρας του στο θέατρο και μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Περήφανος κάτοχος της πίπας είναι σήμερα ο μαθητής του Κατράκη, Κώστας Βήχας, που 42 χρόνια μετά τον δάσκαλο ανέλαβε μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις στη δική του καριέρα στο θέατρο. Πριν την πρεμιέρα είχε αποκαλύψει ότι η σκηνοθεσία αναζητούσε τρόπους να εντάξει στην παράσταση αυτό το μεγάλης συναισθηματικής –και θεατρολογικής- αξίας κειμήλιο, όμως η «κακοποίηση» που δέχεται επί σκηνής το συγκεκριμένο αξεσουάρ απέτρεψε αυτό το ενδεχόμενο και η παραγωγή προτίμησε μια απλή, φτηνή καπνοσύριγγα.
Σε αντίθεση με την πίπα του, στην παράσταση συμμετέχει… ο ίδιος ο Κατράκης. Εμείς φυσικά, οι θεατές, δεν τον βλέπουμε γιατί αν τον βλέπαμε θα χρειαζόμασταν, προφανώς, ψυχιατρική αρωγή. Τον βλέπει πάντως εκεί τριγύρω ο ίδιος ο Βήχας, με τον τρόπο που ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο συγγραφέας Τσάρλι, ανακαλεί στη μνήμη την πατρική φιγούρα κι έρχεται αντιμέτωπος με ανοιχτούς λογαριασμούς του παρελθόντος. Ο Κύπριος ηθοποιός δεν είναι Κατράκης κι ούτε προσπαθεί να τον μιμηθεί. Θυμάται όμως την παραδοχή του δασκάλου του για το πόσο δυσκολεύτηκε να φέρει εις πέρας τον συγκεκριμένο ρόλο και χρειάστηκε να επιτάξει όλη του την πείρα και πολλά προσωπικά βιώματα.
Το θεατρικό σανίδι είναι βρεγμένο. Με ιδρώτα και δάκρυα αλλά και υπό την έννοια ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να «ξυλοφορτώσει» πολύ επώδυνα όποιον το πατάει και δεν το σέβεται. Ο Βήχας λοιπόν σέβεται το θέατρο, όπως σέβεται και τον εαυτό του. Έχει την πείρα να εκτιμήσει τις ικανότητες και τα εργαλεία του και δεν προσπαθεί να ανταγωνιστεί το φάντασμα του Μάνου Κατράκη, παρά μόνο του κλείνει το μάτι συνωμοτικά ακολουθώντας μια βασική διδαχή: ότι δύσκολα μπορεί να υπάρξει καλύτερη ερμηνεία από τη φυσικότητα.
Αυτή η φυσικότητα που δίνει την εντύπωση ότι ένας ρόλος είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του, σε συνδυασμό με τη γνήσια και γνωστή κωμική φλέβα του ηθοποιού, είναι το στοιχείο που δίνει το στίγμα, τον ρυθμό, την αισθητική ιδιοσυστασία της παράστασης της Μαρίας Καρσερά. Το καλό κλίμα που επικρατούσε στις πρόβες αποτυπώνεται στις επιδόσεις της ευγνωμονούσας υποκριτικής ομάδας, με τα μέλη της να είναι αφοσιωμένα στην οικοδόμηση των χαρακτήρων τους. Ο υποκριτικός δρασκελισμός του πρωταγωνιστή, Νεκτάριου Θεοδώρου, ο οποίος δίνει μια χαρακτηριστικά κοντρολαρισμένη και διεισδυτική ερμηνεία στον ρόλο του Τσάρλι, είναι πιο μεγάλος. Εντούτοις, ο Βήχας είναι αυτός που δίνοντας την αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να παίξει κάτι παραπάνω από τον εαυτό του αντικατοπτρίζει πλήρως τον δημώδη προσανατολισμό της παραγωγής.
Η προοπτική της περιοδείας της παράστασης στην κυπριακή ύπαιθρο οδήγησε τον άξονα της πρότασης προς μια πιο ανάλαφρη και προσιτή κατεύθυνση. Ένα ήπιο φολκλόρ προκύπτει από το ίδιο το εν μέρει αυτοβιογραφικό αρχικό κείμενο. Εφόσον αυτή η εσάνς της ιρλανδικής προφοράς και διαλέκτου αναπόφευκτα λειαίνεται καθοριστικά στη μετάφραση, η επαφή με τη λαϊκή ψυχή του έργου επιτυγχάνεται από το τόνο που αφομοιώνει η παράσταση, μέσα από τις ερμηνείες, το αλέγρο ύφος της σκηνοθεσίας, τη μουσική.
Το βραβευμένο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα αποπνέει «από τη μάνα του» μια σχεδόν λυρική, ανθρωπιστική λαϊκότητα που άπτεται της ιρλανδικής ψυχοσύνθεσης και ιδιοσυγκρασίας. Το πορτρέτο του Ιρλανδού μεροκαματιάρη πληβείου θετού πατέρα, με τις χαμηλές προσωπικές φιλοδοξίες και την άδολη αγάπη για την οικογένεια και την πατρίδα φιλοτεχνείται στο μυαλό του Τσάρλι. Η αποτυπωμένη προσωπικότητα του Ντα έχει διυλιστεί μέσα από την οπτική, τις προσλαμβάνουσες, τις αναμνήσεις του γιου του. Ό,τι βλέπουμε συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του, είναι ο τρόπος που ο ίδιος επιλέγει να θυμάται τα γεγονότα που τον διαμόρφωσαν. Το ίδιο ισχύει για την αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους ανθρώπους του παρελθόντος του, που είναι όλοι κλασικοί αντιήρωες με ατέλειες, αδυναμίες και σκελετούς στην ντουλάπα, αλλά και -ένα παραπάνω- με τον νεότερο εαυτό του.
Μέσα από μνήμες επιλεκτικές και κυτταρικές, μπογιατισμένες με κυνισμό και ματαίωση, ο ήρωας ανιχνεύει την πολυπλοκότητα των οικείων σχέσεων. Παράλληλα, συγκρούεται με τις τύψεις του για το γεγονός πως όχι μόνο δεν κατάφερε να ξεπληρώσει τους θετούς γονείς του για όσα ανιδιοτελώς έκαναν γι’ αυτόν, αλλά τους παραμέλησε κι από πάνω στο γέρμα της ζωής τους.
Η ιδιαίτερα παραγωγική τον τελευταίο καιρό Θέλμα Κασουλίδου δημιουργεί ένα ονειρικό σκηνογραφικά και ναστό ενδυματολογικά περιβάλλον, όπου τα ιρλανδικά στάχυα κοντεύουν να «καταπιούν» το σπίτι, ενώ τα κοστούμια ιριδίζουν θεματικά, κατά την προσπάθεια ένταξης των γεγονότων της αναδρομικής αφήγησης στο συνεχές «τώρα».
Η σκηνοθεσία δεν έκρινε απαραίτητο να τραβήξει διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάμνηση, τους ζωντανούς και τους πεθαμένους. Αντίθετα, θεώρησε ότι το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς στο θόλωμα αυτών των γραμμών που επιδίωξε ο συγγραφέας. Εμπιστεύεται το μπρίο και την ευστροφία του Λέοναρντ και την εύληπτη ροή του έργου. Είναι άλλωστε τόσο καλογραμμένο, που είναι δύσκολο να χάσει κανείς το νήμα της αφήγησης, παρά τις τακτικές και αποφασιστικές εναλλαγές στη χρονολογική σειρά των γεγονότων.
Αναπόφευκτα, στο τέλος όλοι μένουμε μόνοι με τις αναμνήσεις μας. Κι αυτό είναι το καλό σενάριο.
Φιλελεύθερα, 23.5.21