Έλενα Κυπριανού-Στασή
30+1 εγκλεισμού μικρές ιστορίες, 2020
«Ημερολόγιο Ψυχής» υποτιτλίζει το πρώτο συγγραφικό της εγχείρημα η Έλενα Κυπριανού-Στασή, που ομολογουμένως δεν εμφαίνει την αμηχανία πρωτόλειας γραφής, παραπαίοντας σε γλωσσικές δυσκαμψίες είτε προσκρούοντας σε δύσβατες συλλήψεις ευφάνταστων ιδεών, λεπτοφυών περιγραφών και στοχαστικών αναλύσεων. Απεναντίας, σε ρέουσα γλώσσα αφηγηματικής υφής και λογοτεχνικής συνύφανσης, εύληπτης νοηματικής αποτύπωσης και πηγαίας αισθαντικότητας, καταγράφει τις επώδυνες αγωνίες, συνακόλουθες του πλανητικού δράματος της πανδημίας μαζί με τους λυρικούς κραδασμούς της ευοίωνης προσδοκίας.
Τα ημερολογιακά φύλλα μέσα από τα φυλλοκάρδια του ευαίσθητου ψυχισμού της ζωντανεύουν τη φωνή των βιωματικών εμπειριών, των κατανυκτικών αναπολήσεων και των συγκινησιακών της συνειρμών, που αποπνέουν παλιά αρχοντικά ήθη και αυθεντικές οικογενειακές συνήθειες, παραδοσιακά γραφικά δρώμενα, θελκτικές μυθολογικές εξιστορήσεις και ιστορικές παραπομπές. Και σε κομβικά σημεία των γραμμικών τους μίσχων ή των κορμών που τα συνέχουν στις σπειροειδείς τους διακλαδώσεις ν’ ανθίζουν γνώριμοι στίχοι ποιητών και ξεχασμένες ενίοτε στροφές τραγουδοποιών από βινύλια αλαργινών μελωδικών εποχών. Πρωτοαντικρίζοντας ακόμη η συγγραφέας την αθέατη μέχρι χτες άλλη όψη των καθημερινών απλών πραγμάτων, αποτιμά έτσι με διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια, πέραν των «ηχηρών και άλλων παρόμοιων», τις σημαντικές λεπτομέρειες της ανεξερεύνητης ομορφιάς τους έως τις πλέον αδιόρατες αλλά ουσιώδεις πτυχές της αλήθειας τους.
Οι ενδιάθετες συνομιλίες είτε οι νοερές επικοινωνιακές αποστροφές σε δεύτερο αυτοαναφορικό πρόσωπο εξ αφορμής της πανδημίας και της απομόνωσης, του εγκλεισμού και, κατά το «ένδον σκάπτε», της ενδοσκόπησης, συνεπόμενες επίσης ενδείξεις της προσωρινής παύσης από την εργασία ή μάλλον της μόνιμης διακοπής μιας ολάκερης επαγγελματικής ζωής. Σε ανταπόδοση, ωστόσο, της λύπης και της απαγορευτικής κατάθλιψης, η χαρά της ανακάλυψης στο υπόστρωμα της λανθάνουσας συγγραφικής φλέβας και κάτω από το καλλιτεχνικό σχεδιαστικό της αισθητήριο η υπόσχεση του έμφυτου χαρίσματος: η εύπλαστη ανασυνθετική δύναμη με τα οιονεί μαγικά έντεχνα σύνεργα των λέξεων-ψυχών και των ψυχών-σκέψεων, όπως κατ’ επανάληψη η Έλενα αποκαλεί τον δικό της έμψυχο νοηματισμένο λόγο μέσα από τον εκφραστικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Ως εξισορροπητικό αντίβαρο της κάθε ανατρεπτικής απορρύθμισης, ιδίως ως λυτρωτική ψυχοπνευματική πληρότητα και εγκαρδίωση δημιουργικής ανάτασης σε αντίδραση της όποιας έγκλειστης στέρησης και αποκαρδιωτικής καθήλωσης.
30+1 λοιπόν μικρές ιστορίες περι-διαβάζουμε στις 115 σελίδες του βιβλίου, που συμπληρώνουν τις μέρες ενός μήνα, σύμφωνα με τις αναγεγραμμένες ημερομηνίες, στη θέση των τίτλων στα αντίστοιχα κεφάλαια, ξεκινώντας από την Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020, την προτεραία της έναρξης της περασμένης Άνοιξης, και τερματίζοντας την Κυριακή του περσινού Πάσχα, στις 19 Απριλίου 2020. Διασχίζοντας κοντινούς δρόμους και μακρινές διαδρομές αναμνήσεων σε αλλοτινά ανοιξιάτικα πρωινά ελεύθερων διακινήσεων, περπατώντας ανάμεσα σε υπαρκτά σκοτεινά μονοπάτια και φαντασιακά αμφίβολα ξέφωτα και κρυφοκοιτάζοντας απέραντους ολάνθιστους κάμπους και ανθισμένους κήπους, σαν σε εικονική πραγματικότητα κλεισμένοι στο σπίτι σε συνθήκες πανδημίας δίχως διέξοδο. Συνωθούμενες εικόνες και απεικονίσεις αλληγορικών συμβολισμών, καθώς προσλαμβάνουμε μέσα από την ημερολογιακή κατάθεση ψυχής τις ανάγλυφες περιγραφές μιας ειδυλλιακής ποιητικότητας σε αντιθετική εναλλαγή με τις μουντές πινελιές κάτω από τον πένθιμο ρόχθο του θανάτου, του θυμού και της οργής στο διάβα, κατά τη συγγραφέα, του περάτη που κουβαλεί με το ακάτιό του στον Άδη εκατοντάδες χιλιάδες σορούς ανενταφίαστων νεκρών. Των άτυχων ανά την υφήλιο συνανθρώπων μας που τους συνέλαβε εξαπίνης στα βρόχια του ο ανελέητος ιός, για να τους συνθλίψει ανάμεσα στις θανάσιμες μυλόπετρες του αφανισμού.
Σχολιάζει μεταξύ άλλων η συγγραφέας με την ενσυναίσθηση ενός πανανθρώπινου πόνου, όπως και με καταγγελτική κραυγή για τους αυτουργούς του κακού, επικαλούμενη την ικετήρια συγχώρεση στον προϊδεαστικό της πρόλογο: «Τόσος θάνατος γύρω μας κι εμείς θεατές… Οι κραυγές μετατράπηκαν σε θρήνο στην αρχή. Κι έγιναν κεράκι κι άναψαν στης Παναγιάς τη χάρη. Όμως δεν βρήκανε παρηγοριά… Κι έγινε ο θρήνος θυμός. Γι’ αυτά που έγιναν χρόνια πολλά πριν και γι’ αυτά που γίνονταν τις μέρες που έγραφα…».
Από εσωτερική ανυποχώρητη ανάγκη έγραφε όσα εμπνεόταν εκείνες τις δύστροπες ατέλειωτες ώρες ανάμεσα σε τηλεοπτικά ανιαρά παράθυρα δυσοίωνης ενημέρωσης και φωτογραφικά καρέ ενθαρρυντικών βιντεοκλήσεων, που της έστελλαν το ψευδό μα όχι ψεύτικο «σ’ αγαπώ» της εγγονούλας της. Ένα ζοφερό πέλαγος λύπης αλλά κι’ ένας λαμπερός ωκεανός χρωμάτων σε πανδαισία αποχρώσεων ως αντιστάθμισμα με τ’ άνθια της μυγδαλιάς στο ξύπνημα της παρελθούσας άνοιξης και τη μέλισσα-αγγελιαφόρο να κομίζει το μήνυμα με τους στίχους του Ελύτη: «σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ/ μόνον ετούτον αγαπώ!».
Για τον αξιαγάπητο τόπο της δικής της μικρής πατρίδας, που κι αν τον έπληξε η προσωρινή πανδημία, τον μαστίζει σφαδάζοντας η πολύχρονη ατελεύτητη τραγωδία του ’74. Αλλά και για τον κόσμο του θρύλου και της ιστορίας του πολλές οι αναφορές και οι επισημάνσεις, οι σκέψεις με τα συμφραζόμενα των αναστοχαστικών τους προεκτάσεων, οι νεανικές αναμνήσεις και οι σπαρακτικές μνήμες στο Ημερολόγιο της συμπάσχουσας ψυχής. Αναθυμούμενη το εμβληματικό αιχμάλωτο καράβι στο Κάστρο της Κερύνειας, συνεκδοχική η φωνή που ύψωσε η ημερολογιογράφος εκείνο το απριλιάτικο Σάββατο, ανακαλώντας τα σκλαβωμένα χωριά και τις τουρκοκατεχόμενες πόλεις της Κύπρου: «“Καράβι, δεύρο έξω”. Σπάραξε η φωνή μέσα σου […]. Ένα καράβι πλέει εμπρός σου… Με φουσκωμένο το πανί του… Και με το μάτι ανοιχτό στην πλώρη του… Γυρεύει… Να πει τις αλήθειες του… Γυρεύει… Να βρει τις ψυχές του… Γυρεύει… Της λευτεριάς τον δρόμο».
Σ’ αυτή τη λευτεριά της Ανάστασης προσβλέπουμε μαζί με τη συγγραφέα, ύστερα από τη Σταύρωση και τον Επιτάφιο Θρήνο στις τελευταίες σελίδες του ημερολογιακού της βιβλίου.