«Το Θαύμα της Άννι Σάλιβαν» του Γουίλιαμ Γκίμπσον σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολαΐδη.
Το μεγαλείο της θέλησης, της αποφασιστικότητας και της συμβολής ανθρώπων όπως οι Αμερικανίδες Έλεν Κέλερ και Άννι Σάλιβαν στην εξέλιξη του πολιτισμού μας, δυσκολεύεται να το συλλάβει ο κοινός νους. Το προσωπικό τους δράμα αντί να τις πτοήσει, τις μετέτρεψε σε οικουμενικά και παντοτινά σύμβολα για την ευημερία και τον σεβασμό των ατόμων με αναπηρία, αλλά και σε φωτεινά παραδείγματα για όλους ως προς τη σημασία της επικοινωνίας και της μάθησης.
Η τυφλοκωφή Κέλερ έγινε ακτιβίστρια, πτυχιούχος, πολύγλωσση και συγγραφέας, με την αυτοβιογραφία της, μόλις στα 23 της το 1903, να γίνεται πρώτη ύλη για ένα περίφημο θεατρικό έργο («The Miracle Worker» του Γουίλιαμ Γκίμπσον, 1959), αλλά και ταινία που χάρισε Όσκαρ ερμηνείας και παντοτινή δόξα στις αείμνηστες Αν Μπάνκροφτ και Πάτι Ντιουκ (1962). Η παροδικά τυφλή και επίμονη παιδαγωγός Άννι Σάλιβαν ήταν ο άνθρωπος που «ξεκλείδωσε» ένα κακομαθημένο, απομονωμένο αγρίμι και μετέτρεψε τις λέξεις σε μάτια ώστε να «βλέπει» τον κόσμο.
Το Σατιρικό Θέατρο και ο σκηνοθέτης Νίκος Νικολαΐδης βρέθηκαν ενώπιον της πρόκλησης να μεταφέρουν το έργο στο κυπριακό σανίδι κι η αλήθεια είναι ότι την αντιμετώπισαν με σεβασμό, προσοχή και φροντίδα, πετυχαίνοντας υψηλές επιδόσεις για τα εγχώρια δεδομένα. Η φροντίδα αυτή περιλαμβάνει μια πολύ προσεγμένη διασκευή, μια σκηνοθεσία που υπηρετεί το κείμενο και τους στόχους του, μια μελετημένη και καθοδηγητική κινησιολογία –ειδικά για την ανήλικη ηθοποιό που αποτελεί το μεγάλο στοίχημα. Περιλαμβάνει επίσης μια προσεκτικά επιλεγμένη διανομή (μ’ έναν μικρό αστερίσκο) και επίσης μια πρωτόγνωρη για τα κυπριακά δεδομένα προσβασιμότητα με –πολυπρόσωπη παρακαλώ- διερμηνεία των διαλόγων στη νοηματική και δυνατότητα παρακολούθησης από άτομα με προβλήματα όρασης.
Αυτή η οξυμέριμνη βιογραφική απεικόνιση των δύο εμβληματικών γυναικών είναι μια καλοδεχούμενη φωταυγής στιγμή στην πορεία του ελεύθερου θεάτρου στην Κύπρο, με δεδομένες και τις κοινωνικές της προεκτάσεις. Το έργο καταγράφει ουσιαστικά ένα επεισόδιο της θαλερής συναναστροφής της Άννι Σάλιβαν με την Έλεν Κέλερ, εκεί που η πεισματάρα παιδαγωγός προσπαθεί να μεταδώσει την καταλυτική σύνδεση της λέξης με την πράξη, να «βάλει όλο τον κόσμο μέσα στο χέρι της». Όλο το σασπένς, όλο το δράμα, ακόμη και τα κωμικά ξαλαφρώματα, το φάσμα συναισθημάτων που ξετυλίγεται, αφορά τη διαδικασία αυτού του γλωσσικού ξεκλειδώματος.
Η Άννι Σάλιβαν συνειδητοποιεί ότι η υπερβολική αγάπη και ο οίκτος που εισπράττει η Έλεν Κέλερ από το περιβάλλον της είναι βλαβεροί παράγοντες κατά την κοπιώδη προσπάθεια να την ελευθερώσει από το σκοτεινό και άηχο κελί της, απ’ όπου μοναδικά «παράθυρα» για τον έξω κόσμο είναι η αφή, η όσφρηση και το συναίσθημα. Η οικογένεια και κυρίως ο πατέρας στέκονται βασικοί αντίπαλοι στην προσπάθεια, υπονομεύοντας τον αγώνα της να τιθασεύσει την ιδιοφυή, μα κακομαθημένη και κάθε άλλο παρά συνεργάσιμη μαθήτρια.
Η σκηνοθετική πορεία του Νίκου Νικολαΐδη είναι αξιοσημείωτα ανοδική τα τελευταία χρόνια. Είναι σοβαρός δημιουργός, με γνήσιο ενδιαφέρον για το αντικείμενο, επινοητικά σχολαστικός και συνθετικός. Ξέρει να παίρνει το καλύτερο δυνατό από τους συνεργάτες του και να υπηρετεί το πρότζεκτ κι όχι τον εαυτό του. Η καλοκουρδισμένη ομαδική δουλειά καταφέρνει να αποσυνθέσει τα συναισθήματα στην πρωταρχική τους μορφή, απελευθερώνοντας την εσωτερική ένταση του δράματος.
Η Μαρίνα Μανδρή, σε μια πολύ ώριμη στιγμή της θεατρικής της διαδρομής, καταθέτει μια διεισδυτική ερμηνεία καταφέρνοντας να καταδυθεί σε μεγάλο υποκριτικό βάθος κατά την απαιτική σκιαγράφηση του χαρακτήρα της Σάλιβαν. Αποτυπώνει τον ζήλο της ηρωίδας να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά από τη μικρή, για να μπορέσει να τη βοηθήσει. Η μεγάλη αποκάλυψη στην παράσταση είναι φυσικά η 12χρονη μαθήτρια Γεωργία Χάσικου. Μια ερμηνεία με τόλμη και αέρα… βετεράνου, σ’ έναν ρόλο υψηλών σωματικών και εκφραστικών αξιώσεων, όπου δεν αρθρώνει σχεδόν καμία λέξη (εκτός από τη λέξη- κλειδί). Με την καίρια συνδρομή του Παναγιώτη Τοφή που σφυρηλάτησε κάθε της κίνηση και έκφραση, πείθει τον θεατή ότι πράγματι δεν βλέπει και δεν ακούει τίποτε γύρω της τη στιγμή που ο χαρακτήρας της πράγματι εξελίσσεται μέχρι και το συνταρακτικό κρεσέντο της τελικής σεκάνς.
Ο Δημήτρης Αντωνίου καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες να ανταπεξέλθει στον ζόρικο ρόλο του ξεροκέφαλου πάτερ φαμίλια του 19ου αιώνα, υπερβαίνοντας την ηλικιακή και εμφανισιακή παραφωνία. Ευκολότερο έργο έχει η πολύπειρη Χριστίνα Παυλίδου στον ταιριαστό ρόλο της μητέρας και αντεπεξέρχεται με άνεση και αυτοκυριαρχία. Μετά τον Βίνσεντ στο «Κτήνος στο Φεγγάρι», ο Άγγελος Χατζημιχαήλ πλούμισε το βιογραφικό του με έναν ακόμη περίπλοκο ρόλο, ως επισκιασμένος ετεροθαλής αδερφός της Έλεν και απρόσμενος σύμμαχος της Άννι. Το λιτό, σκούρο και άχρονο σκηνικό και ενδυματολογικό περιβάλλον που παρέδωσαν η Έλενα Κατσούρη και η Μαρία Γεωργίου προσδίδει μια εντύπωση σχηματικής και περιορισμένης ορατότητας, χωρίς να κρύβει τίποτε από τη δράση. Λειτουργικό και υποστηρικτικό το ηχοτοπίο του Νεκτάριου Ροδοσθένους.
Αυτό που δυσκολεύομαι να κατανοήσω είναι με τι καρδιά ένας θίασος που επενδύει σε μια παραγωγή χρόνο, ενδελέχεια, υλικό και έμψυχο κεφάλαιο, την κατεβάζει γεμάτη. Δεν είναι κρίμα;
Φιλελεύθερα, 30.5.2021.