Γιάννης Νικολάου, «Η Κυρά της Λαπήθου», Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, 1η έκδ. 2011, 2η έκδ. 2020.

Το βιβλίο προφανώς γνώρισε μεγάλη κυκλοφοριακή επιτυχία, σημειώνοντας περί το τέλος της περσινής χρονιάς τη δεύτερή του έκδοση, εμπλουτισμένη με παλαιότερες και νεότερες φωτογραφίες των υπαρκτών προσώπων και των αυθεντικών τοποθεσιών, εποπτικοποιώντας μέσα σε χωροχρονικές συντεταγμένες τις πολυπρόσωπες βιωματικές μαρτυρίες και τις παραστατικές αφηγηματικές συνυφάνσεις της τεκμηρίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εκτεταμένο ιστορικό χρονικό 484 σελίδων μυθιστορηματικής δομής του έγκριτου δημοσιογράφου Γιάννη Νικολάου, συγγραφέως επίσης του πολιτικού-θρίλερ μυθιστορήματος «Το φάντασμα της Κοπεγχάγης»(2009). Αν ωστόσο εκείνο το πρώτο του συγγραφικό εγχείρημα εξιστορεί με κομμένη την ανάσα τα δραματικά γεγονότα στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. τον Δεκέμβριο του 2002, η ίδια χαρισματική γραφίδα αναδεικνύει με παρόμοια ένταση κινηματογραφικού σασπένς άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πτυχές από την τραγωδία του 1974 και τα τραγικά δρώμενα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης  φάσης της τουρκικής εισβολής.  

 Συγκεκριμένα, από την κατάληψη της Λαπήθου στις 6 Αυγούστου και τον εγκλωβισμό τής καλοκάγαθης μαίας Ευφροσύνης Προεστού (1903-1993), όπως και όσων ηλικιωμένων συντοπιτών της δεν πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, την προστασία ως ηρωομάνα των εκεί αποκομμένων δώδεκα εθνοφρουρών μετά τη διάλυση των μονάδων τους, του 286 Μηχανοκίνητου Τ.Π. και του 256 Τ.Π., μέχρι τη σύλληψή της μαζί με τους εννέα εξ αυτών στις 4 Σεπτεμβρίου και τα βάναυσα βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Τούρκους δημίους τους, ενώ οι τρεις κατάφεραν ασύλληπτοι μέσα από αδιανόητα τολμηρές περιπέτειες να διαφύγουν, έως τις 25 Σεπτεμβρίου του 1974, σημαδιακή ημέρα της Οσίας Ευφροσύνης και της απελευθέρωσής τους.

Το βιβλίο, όπως μεταξύ άλλων υπομιμνήσκει στον πρόλογο του ο Πέτρος Παπαπολυβίου, είναι συνέχεια ενός ντοκιμαντέρ, που επιμελήθηκε ο Γ.Νικολάου και προβλήθηκε από το ΡΙΚ για τη ζωή της «κυρά Φροσύνης» στον συνώνυμο προεπαναστατικό απόηχο της Γιαννιώτισσας αρχόντισσας και του μαρτυρίου της από τον Αλή Πασά ή, κατά συνεκδοχική μετωνυμία του τίτλου, της «Κυράς της Λαπήθου». Διευρύνοντας για την λεπτομερέστερη αποτύπωση της ιστορίας την έρευνα με επιτόπιες επισκέψεις, όπου εκτυλίσσονται τα στιγμιότυπα των επεισοδιακών της εκδιπλώσεων και μέσω εξαντλητικών συνεντεύξεων με τους συμπρωταγωνιστές της. Μιας ιστορίας, καθώς επισημαίνει εκ προοιμίου και ευστόχως ο συγγραφέας, «βασισμένης σε πραγματικά γεγονότα. Για την ακρίβεια είναι περισσότερο τα πραγματικά γεγονότα μιας συγκλονιστικής ιστορίας του καλοκαιριού του 1974, διανθισμένα με διαλόγους, παραστάσεις, συναισθήματα και σκέψεις του συγγραφέως, που όμως δεν αλλοιώνουν την ιστορικότητα των γεγονότων, αντίθετα, την ενισχύουν. Δεν μεγαλοποιούν ούτε και μειώνουν τίποτε και κανέναν.».

Τη συναρπαστικότητα, ωστόσο, της εξιστόρησης και την αμεσότητα της αναγνωστικής της μέθεξης επιτυγχάνει η αφηγηματική τεχνική όχι της ευθύγραμμης ανέλιξης μέχρι την κορύφωση μιας εκάστης των δεκατριών ιστοριών, που αντιστοιχούν στις ισάριθμες καταγραφές των συμπρωταγωνιστών τους, αλλά η αριστοτεχνική συνάρθρωση τής κατά χρονική ακολουθία παραλληλίας και μέσα από αναδρομικούς φωτισμούς («flashback») τών επί μέρους δραστικών τους εξεικονίσεων με συνεκτικό σημείο αναφοράς, ώς επί το πλείστον, την ηρωική μορφή της «Κυράς της Λαπήθου». Ένα διαχρονικό σύμβολο της μητρικής αυτοθυσίας και της αγωνιστικής προσφοράς στα παλληκάρια της πατρίδας και της εκ μέρους τους συνακόλουθης ανταπόδοσης του ελάχιστου οφειλόμενου χρέους.

Το προανάκρουσμα της μυθ-ιστορίας εισάγει «in medias res» το πρώτο κεφάλαιο, που επιγράφεται με τον προϊδεαστικό εμβληματικό τίτλο «Η ηρωίδα…», αποτιμώντας με τον περιεκτικό ακριβολογικό προσδιορισμό τα έργα και τις ημέρες της κεντρικής ηρωίδας, της γριάς Φροσύνης ανάμεσα στους αιματοβαμμένους τοίχους στο σκοτεινό κελί του Κάστρου της Κερύνειας, ανεξίτηλα σημάδια της σωματικής και ψυχικής της κακοποίησης από τον βάρβαρο κατακτητή. Γιατί, παρά τις αβάστακτες δοκιμασίες που είχε υποστεί τότε, όταν την έσερναν αιμόφυρτη στους δρόμους της Λαπήθου, διαψεύδοντας ακόμη μπροστά στους αιμοδιψείς ανακριτές την αφελή ομολογία ενός από τους στρατιώτες ότι την ήξερε και παρά τους αλλεπάλληλους τεχνητούς πνιγμούς στη θάλασσα της Αχειροποιήτου «και να τη σούβλιζαν δεν θα μαρτυρούσε!», όπως επιγράφεται το ομώνυμο κεφάλαιο.

Το μητρικό αίσθημα και το χριστιανικό ήθος της αυταπάρνησης υπό τη σκέπη της Αγίας Αναστασίας της, αλλά και η προγονική ελληνικότητα του Πράξανδρου δεν της επέτρεπαν να προδώσει τα παλληκάρια, που έκρυβε επί ένα μήνα με στρατηγικούς σχεδιασμούς, διασώζοντάς τα από τους θηριώδεις εισβολείς. Εκεί στη στενοκοπημένη μα σωτήρια σπηλιά του Άδρικου κι ανάμεσα στο χαλόσπιτο και τα περιβόλια του Καπλάνη παραδίπλα στο φιλόξενο σπίτι της Ευφροσύνης Προεστού στην οδό Ελλάδος, πολύ κοντά στην πλατεία Ηρώων, οδωνύμια μνήμης και ορόσημα ύψιστου πατριωτικού φρονήματος. 

Είναι, επίσης, συγκινησιακά φορτισμένες οι σκηνικές περιγραφές στο καταφύγιο του Άδρικου, όπου η ομάδα των παλληκαριών ως ένα σώμα μια ψυχή προσεύχονται στον Θεό κάτω από τις κατανυκτικές ψαλμωδίες του Αντρέα Γρηγορίου ώς την ώρα της προδοτικής του σύλληψης, από ανάκριση σε ανάκριση και από βασανιστήριο σε βασανιστήριο μέχρι την παραλίγο εκτέλεσή τους, τους ανυπόφορους τραυματισμούς και τη μεταφορά τους αργότερα στον τόπο της αιχμαλωσίας τους.

Η καθεμιά ιστορία συνιστά δώδεκα αυτοτελείς διηγήσεις με τον συγγραφέα να φωτίζει τις σκληρές και αθέατες όψεις της συνταρακτικής πλοκής τους, εισδύοντας στον ψυχισμό των πρωταγωνιστών αλλά και ανατέμνοντας την ψυχολογία τους σε κάθε ασθματική στιγμή της επιβίωσής τους μεταξύ ζωής και θανάτου μέχρι τη λυτρωτική τους διάσωση.

Μια εύγλωττη κατάθεση ευγνωμοσύνης στο μνημείο της Κυράς της Λαπήθου και μαθητεία μνήμης για τις νυν και τις επερχόμενες γενεές.