Διαβάζοντας με αμείωτο ενδιαφέρον το βιβλίο του Ζαχαρία Μαυρή και με κάποια, ομολογουμένως, χρονική καθυστέρηση από την έκδοσή του, θα μπορούσα ν’ ανακινήσω το καίριο ερώτημα όχι απλώς της εύληπτης ανάγνωσης, αλλά και της απ’ αρχής μέχρι τέλους ελκυστικής προσήλωσης στην αφηγηματική εκτύλιξη μιας εν πολλοίς θεματικής κοινοτοπίας.

Ιδίως, όσον αφορά στη συγγραφική πολυχρησία των γεγονότων της πρόσφατης Ιστορίας της Κύπρου μέσα από τις κομβικές αναφορές στην τραγωδία του ’74 και τη διηγηματική είτε τη μυθιστορηματική τους μετάπλαση. Η απάντηση, προφανώς, ερείδεται στη «θερμοδυναμική» της γραφής, με όρους Φυσικής, προσφιλείς στο σπουδαστικό-διδακτικό αντικείμενο του συγγραφέως, ήτοι στις έντεχνες μεταλλάξεις της πολυμορφίας και τις εναλλακτικές επιλογές της θελκτικής μυθοπλαστικής αποτύπωσης. 

Το εν λόγω μυθιστόρημα με τον αντιστικτικό ποιητικό τίτλο «Ένας μικρός ήλιος σε βαθύ σκοτάδι» πληροί προσφυώς τις προδιαγραφές μιας τέτοιας ειδολογικής ποικιλότητας και ενός οιονεί ηλιοτροπισμού στο φως των δομικών του σημαινόντων, που αναδεικνύει η αισθητική της εκδοτικής του παρουσίασης. Ενδεικτική η διαφοροποίηση των γραμματοσειρών στο κείμενο για την ευθύγραμμη είτε συνειρμική και αναδρομική αναδιήγηση, την υπό μορφή επιστολής με πλαγιοχαρακτήρες επιτάχυνση της δράσης και στα εκτενέστερα μέρη του βιβλίου με εμφανή τυπογραφικά στοιχεία για την υπό τύπο ημερολογιακής καταγραφής πρωτοπρόσωπη επίσης εγκιβωτισμένη εξιστόρηση των δρώμενων από τα τρία αντιστοίχως κεντρικά μυθιστορηματικά πρόσωπα.

Στο επίκεντρο ωστόσο της πλοκής, που συνυφαίνουν τα νήματα της ιστορίας στους συνεκτικούς άξονες των αλλεπάλληλων σκηνικών επεισοδίων κινηματογραφικής ροής, πρωτοστατεί ο συνεχώς απών νεκρός αδελφός, αλλά νοερά πάντοτε παρών και δια-δραστικά ζωντανός σε ρυθμούς ενίοτε αστυνομικού θρίλερ. Η ιστορία του Κώστα ανατέμνει τη μεταστροφή ενός φιλήσυχου βίου από τις νεανικές προσδοκίες στους εναγώνιους φόβους για τη σύλληψη του αγωνιστή αδελφού του από τους Άγγλους αποικιοκράτες έως τις περιπετειώδεις ανατροπές τής μοίρας με την απώλεια της αγαπημένης του συζύγου Νίκης –ομώνυμη υπόμνηση της εκλιπούσας συζύγου του συγγραφέως, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο–, καθώς και την επώδυνη δοκιμασία της αιχμαλωσίας του στην Τουρκία. Αντίξοες συνθήκες άκρατης δυστυχίας, που τον εξοικειώνουν με τον θάνατο, προκαλώντας στον ευαίσθητο ψυχισμό του πεισιθάνατα αισθήματα ματαίωσης και φυγής από τον γήινο κόσμο.

Μια πολυφωνική συνήχηση μεταφορικών συμβολισμών με τις τρικυμιώδεις καμπές και τις δύσκαμπτες πολυκύμαντες διαδρομές της κυπριακής ιστορίας από τον αγώνα του 1955-1959 μέχρι τα δυσοίωνα χρόνια της τουρκοανταρσίας και έως την τουρκική εισβολή του 1974 με τα παρεπόμενα δεινά. Κατά παρόμοιο τρόπο που το ατομικό μαρτύριο στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα ανάγεται σε μαρτυρία συλλογικής συνείδησης ενός ολόκληρου τυραγνισμένου λαού.  Έτσι, στις χωροχρονικές συντεταγμένες της διαλεκτικής αυτής μέθεξης η ιστορική πραγματικότητα διαθλάται και ανασυντίθεται στην ευφάνταστη πραγματιστική της σύλληψη, ενώ οι χαρακτήρες της διεισδυτικής ψυχογράφησης και της ανεπιτήδευτης έκφρασης εμφαίνουν κατά συνεκδοχή τις τραυματικές εμπειρίες των αιχμαλώτων και τα οδυνηρά βιώματα των συγγενών των αγνοουμένων.     

Συγκεκριμένα, το μυθιστόρημα ανοίγει τις 290 σελίδες του στο σημείο αιχμής της επεισοδιακής εκδίπλωσης και της παραστατικής δραματοποίησης των κοινωνικο-πολιτικών φαινομένων, όπως και των ψυχοδιανοητικών αντιδράσεων, παραπέμποντας σε όσα συγκλονιστικά συμβάντα προηγήθηκαν και προοικονομώντας τα όσα αναμενόμενα ή αναπάντεχα στιγμιότυπα θα ακολουθήσουν. Η δραματική τους κορύφωση, νοηματοδοτεί συνάμα το αποκορύφωμα του δράματος της Κύπρου. 

Το έναυσμα πυροδοτεί το μήνυμα που κομίζει ο Άγγλος, ο οποίος υπηρετεί στη Βάση Δεκέλειας, στον φιλόλογο Αντώνη Γεωργιάδη για την τύχη του αδελφού του Κώστα. Ιδού η αποκαλυπτική συνομιλία της «συνάντησης», του πρώτου από τα δέκα έντιτλα κεφάλαια: «Λυπούμαι που πρέπει εγώ να σας το πω, αλλά είναι νεκρός. Πέθανε πριν πέντε περίπου μήνες κάπου στα βουνά των νοτίων περιοχών της Τουρκίας κάτω από άγνωστες για μένα συνθήκες.». «Πώς το ξέρετε, κύριε Τζιόουνς; Πώς μπορείτε να είστε τόσο βέβαιος γι’ αυτό; Ο αδελφός μου είναι αγνοούμενος από το 1974 και τώρα είναι 1981. Πίστευα πως αν ήταν νεκρός, θα έπρεπε να ήταν από χρόνια τώρα.». 

Η διάψευση της χρόνιας προσμονής και ο σπαραγμός της αμφισβήτησης, η άρνηση του οριστικού αφανισμού και ο ανείπωτος πόνος της διακρίβωσής του, που βαθαίνει το ανεπούλωτο τραύμα.  Η ανάγκη να παραμείνει ζωντανός ο αγνοούμενος-νεκρός στη μνήμη και στην καρδιά των οικείων του προσλαμβάνεται από τον συγγραφέα με το αλληγορικό εύρημα της ανάγνωσης τόσο των πρώτων τριών μικρών ημερολογιακών του τετραδίων, που αναβιώνουν τους κυριότερους σταθμούς της ζωής του πριν από την αιχμαλωσία, όσο και το μεταγενέστερο ημερολόγιο που αφηγείται τον εγκλεισμό του ως κατάδικου με το κατά συγκυρία όνομα του Ροδίτη διακινητή ναρκωτικών Πέτρου Σκλαβενίτη στην τουρκική φυλακή του Καχραμανμαράς κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. 

Τα ημερολόγια αντιπαραθέτουν τις ευτυχισμένες μέρες του πρωταγωνιστή της ιστορίας με τους άγριους καιρούς της οριακής του επιβίωσης στα μπουντρούμια της Τουρκίας. Εκεί όπου θα βρεθεί ανάμεσα σε αντίπαλες ομάδες αδίστακτων κατάδικων, μοχθηρούς δεσμοφύλακες και δήμιους ανακριτές, αλλά και συμπονετικούς Τούρκους με ενσυναίσθηση του συνανθρώπου. Όαση στις κακουχίες της κλονισμένης του υγείας θα σταθεί η γνωριμία του με μια πλούσια οικογένεια Κούρδων, όπου αποστέλλεται με άλλους κατάδικους για εργασία στα κτήματά τους και τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης, βοηθώντας τον γιο τους στο μάθημα της Φυσικής. Δεν θ’ αργήσει όμως ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή στο κυνηγετικό τους καταφύγιο και μαζί το ημερολόγιο «ενός μικρού ήλιου σε βαθύ σκοτάδι»!