«Lemons, Lemons, Lemons, Lemons, Lemons» του Σαμ Στάινερ σε σκηνοθεσία Μαρίας Βαρνακκίδου.
Ο νεαρός θεατρικός συγγραφέας από το Μάντσεστερ, Σαμ Στάινερ, έκανε ντεμπούτο το 2015 με το έργο αυτό, που παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου αποκομίζοντας θετικά σχόλια. Ενδεχομένως, στο πίσω μέρος του μυαλού του να είχε την υπόθεση του επικείμενου –όπως αποδείχτηκε- Brexit, καθώς η δημόσια συζήτηση στη Βρετανία είχε ανάψει ενόψει του δημοψηφίσματος του 2016. Για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης στο Ηνωμένο Βασίλειο η πιθανότητα αυτή έμοιαζε τότε μ’ ένα σενάριο εφιαλτικό μεν, απομακρυσμένο δε.
Μια εφιαλτική εξαγγελία που τελικά γίνεται μια δυστοπική πραγματικότητα και οι πολίτες καλούνται πλέον να ζήσουν μέσα σ’ αυτή, είναι και το θέμα του ντουέτου «Lemons, Lemons, Lemons, Lemons, Lemons», με τους χαρακτήρες να αντιπροσωπεύουν το πλατύτερο κοινωνικό πλαίσιο και να γίνονται φορείς ενός ευρύτερου πολιτικού σχολιασμού. Αυτό συμβαίνει με όχημα την εξέλιξη της ερωτικής τους σχέσης ή ακριβέστερα την αποδόμησή της. Η ιδιωτική συνθήκη αποτυπώνει την κοινωνική. Η αφήγηση είναι μη γραμμική, οι εναλλαγές σκηνών φρενήρεις, η δομή κατακερματισμένη, ενώ και η σχέση καθαυτή γνωρίζει πολλά σκαμπανεβάσματα. Κι όλα αυτά στη σκιά -και υπό την αίρεση- του νέου δρακόντειου νομοσχεδίου που προωθεί μια λαϊκιστική κυβέρνηση το οποίο περιορίζει δραματικά τον αριθμό λέξεων που δικαιούται να εκστομίσει ένας πολίτης στις 140 ανά ημέρα.
Ακούγεται περίπλοκο, αλλά ο συγγραφέας ούτως ή άλλως δεν ρίχνει το βάρος στην απερίσπαστη και εναργή εξιστόρηση. Ο τρόπος γραφής είναι επιδέξιος και σφιχτός, αλλά ταυτόχρονα ελλειπτικός. Φόρμα και περιεχόμενο συγχωνεύονται οξυδερκώς. Προσβλέπει σε μια αφαιρετική πρόσληψη των προβληματισμών του, καθώς ξετυλίγεται σταδιακά και κλιμακούμενα το κουβάρι που συνθέτει το ασφυκτικό, δυστοπικό πλαίσιο. Αυτό συμβαίνει με κατά ριπάς παράθεση σύντομων σκηνών χωρίς χρονολογική σειρά, κάτι σαν σπαράγματα καθημερινότητας, με τη διάρκεια καθεμιάς να κυμαίνεται από μερικά λεπτά μέχρι ελάχιστα δευτερόλεπτα. Οι συναισθηματικές και διανοητικές διακυμάνσεις μοιάζουν, πάντως, ελεγχόμενες και αποτελεσματικές. Ο θεατής, περιέργως, δεν χάνει το νήμα της πλοκής και κυρίως δεν χάνει τον αιχμηρό συλλογισμό του συγγραφέα.
Συμβαίνει με άλλα λόγια το παράδοξο να υποψιάζεσαι περισσότερα απ’ ότι καταλαβαίνεις και το έργο να κυλάει μ’ έναν εξελικτικό, κλιμακούμενο ρυθμό που σε καθηλώνει, ενώ ταυτόχρονα η πυκνή γραφή επιτρέπει στην αφήγηση να αναπνέει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαστήματα που χωλαίνει, κυρίως όταν παρασύρεται σε επαναληπτικές και σχολαστικές εφαρμογές των ευρηματικών ιδεών του, μολονότι το ευρύτερο συγκείμενο παραμένει φευγαλέο. Αναπόφευκτα προκείπτουν ορισμένα κενά. Είναι στιγμές, λ.χ. που διερωτάσαι γιατί οι ήρωες αναζητούν για λόγους λεκτικής οικονομίας εναλλακτικούς κώδικες επικοινωνίας, όπως τα σήματα Μορς, αντί να πάρουν ένα χαρτί κι ένα μολύβι και να γράψουν αυτό που θέλουν να πουν. Δεν ξεκαθαρίζεται επίσης ο λόγος που οι πολίτες χρειάζεται να είναι τόσο εμμονικά νομιμόφρονες μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, τηρώντας ευλαβικά τον περιορισμό λέξεων.
Πιθανολογώ ότι η επιλογή καθορισμού του ορίου στις 140 λέξεις είναι μια έμμεση αναφορά στο όριο των 140 χαρακτήρων που ίσχυε για το Twitter την εποχή που γράφτηκε το έργο. Μπορεί να είναι και τυχαίο, πάντως στο εναλλακτικό σύμπαν του έργου δεν φαίνεται να υπάρχει η εκτεταμένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εποχής μας. Ο συγγραφέας εντούτοις αγγίζει υπαινικτικά τέτοια ζητήματα αιχμής. Ο συλλογισμός του φαντάζει ακόμη πιο επίκαιρος σε σύγκριση με το 2015, ιδίως αναφορικά με τους περιορισμούς στη ζωή μας, τη διαχείρισή τους και τον αντίκτυπό τους στο εποικοδόμημα.
Για τους ήρωες δεν περισσεύει ούτε λέξη και το ίδιο ισχύει και για το κείμενο. Οι περιορισμοί προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερο νόημα και σημασία σε κάθετι που εκστομίζουν. Έτσι, φτάνουν να εκτιμούν το αγαθό της γλώσσας όταν πια το έχουν χάσει και στην πραγματικότητα καταλήγουν να επικοινωνούν περισσότερο σε σχέση με προηγουμένως, να είναι πιο ειλικρινείς και λιγότερο αναβλητικοί. Άντρια Ζένιου και Μάριος Κωνσταντίνου ερμηνεύουν με αφοσίωση, ευελιξία και αποδοτικότητα το ζευγάρι, καθοδηγούμενοι μαεστρικά από τη Μαρία Βαρνακκίδου. Η σκηνοθέτις εμπιστεύεται το κοινό και προτείνει μια ακόμη πιο αφαιρετική ανάγνωση του έργου. Η σκηνοθεσία δεν είναι επεξηγηματική, αλλά δίνει βάρος στον ρυθμό και τη βαθμιαία φθορά της σχέσης. Όλα αυτά μέσα σ’ ένα μινιμάλ, περιοριστικό και αντιθετικό σκηνικό, δια χειρός της Κωνσταντίνας Ανδρέου, που περιβάλλεται από τις θέσεις των θεατών και λειτουργεί ταυτόχρονα ως νησί, μέγκενη και παλαίστρα.
Η συνεργασία των συντελεστών είναι λειτουργική, αναδεικνύοντας όλους τους χυμούς του κειμένου κι όλα τα ζητήματα που αγγίζει: την ουσία και τις προεκτάσεις της επικοινωνίας, την ελευθερία του λόγου, τους αντικειμενικούς περιορισμούς της γλώσσας, καθώς μάς επισημαίνει ότι η απόσταση που χωρίζει την κοινωνία μας από έναν οργουελικό εφιάλτη ίσως να μην είναι τελικά τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε.
Φιλελεύθερα, 14.03.21