«Δεν υπάρχει πιο όμορφη εμπειρία από το μυστήριο. Είναι η πηγή της αληθινής Τέχνης, αλλά και της επιστήμης», Άλμπερτ Αϊνστάιν.

Εκτιμώ πολύ τους ανθρώπους της Τέχνης· τους ζωγράφους, τους πιανίστες, τους στιχουργούς, τους σκηνοθέτες, τους θεατρανθρώπους, τους γλύπτες, τους συνθέτες, τους πεζογράφους, τους φωτογράφους, τους κινηματογραφιστές, τους σχεδιαστές, τους ποιητές ιδιαίτερα που από τις σκόρπιες συναντήσεις μου μαζί τους, κατανόησα πόσο επίπονο είναι να μαζεύεις σκουπιδάκι σκουπιδάκι την κάθε λέξη που άλλοι θεωρούν «καθημερινότητα» και να μεγαλουργούν διασώζοντάς την ως τα ουράνια θεοποιώντας το κάθε «και» κάνοντάς το «μήπως», παιδεύοντας το κάθε γράμμα, το κάθε σημείο στίξης για μέρες ως την τελειότητα που ποτέ δεν είσαι βέβαιος αν είναι από ανθρώπου χέρι ή νου η προέλευσή του.

Πριν από δύο μήνες είχα αναγνωρίσει στην οδό Αθηνάς τον Δημήτρη Σγούρο και τον σταμάτησα παρακαλώντας τον για μία συνέντευξη («τώρα που τυχαία σας πέτυχα», «τόσες φορές σας πήρα τηλέφωνο και δεν μου απαντήσατε» μέχρι το δικό του «δεν δίνω συνεντεύξεις πλέον») κοιτώντας εμμονικά σ’ αυτή την πεντάλεπτη συνεύρεση όχι άνθρωπο απέναντι απ’ την πλατεία του Δημαρχείου με τα περιστέρια αλλά θεό πολυσήμαντο· τον παγκόσμιο θεό του τρίτου κονσέρτου του Ραχμάνινοφ που ο Ρουμπινστάιν είπε γι’ αυτόν κάποτε «ό,τι καλύτερο έχω ακούσει ποτέ!».

Εγώ, που δεν με προίκισε ο θεός με κανένα ταλέντο σε κανενός είδους Τέχνη, «ψαρώνω» -όπως θα λέγαμε κάποτε στα ρεπορτάζ της λαϊκής τηλεόρασης της μάζας- κάθε φορά που μία για άλλους μουντζούρα σε έναν καμβά μπορεί να με συγκινεί γιατί συνταίριασε σκορπισμένα αναθυμιάματα για καιρό κρυμμένα σε ένα φως που προέρχεται από κάτι αλλόκοτο που απελευθερώνει τα ήδη στριμωγμένα – και θεοποιώ τους καλλιτέχνες. Πάντοτε το έκανα. Επειδή πιστεύω πως στη γέννησή τους συνομίλησαν με τα επουράνια θραύσματα του απείρου και -μικρά παιδιά, ακόμη- είναι ανάμεσά μας για να μας διδάξουν κάτι, για να συμβολίσουν πράγματα από την κάθε μέρα μας, για να κάνουν τη ζωή μας πολυεπίπεδη και πιο εύφορη σε κάθε αλλαγή του μέσα μας καιρού· επειδή είναι οι μόνοι που μιλούν με το υπερπέραν. Κυρίως, επειδή μας μαθαίνουν να αντέχουμε· τις ατυχίες μας, τους πόνους μας, τις στραβοτιμονιές του βίου, τα λάθη μας, τις απώλειες και τα ήδη δρομολογημένα από γεννησιμιού μας μοιρολόγια μας. 

Είναι εδώ και λίγους μήνες πια που αναθεωρώ· και ανακαλύπτω την υψηλότατη απ’ όλες τις Τέχνες. Και πιστεύω πως όλα αυτά -τα έτσι κι αλλιώς δώρα Θεού- είναι κατά κάποιο τρόπο ενδιάμεσα σε αυτό -το χειροπιαστό θαύμα- που φέρνει την πραγματική ευτυχία και καλοδαιμονία του προφανούς: Περπατάμε, μιλάμε, συνεννοούμαστε με πνευματική διαύγεια και είμαστε αρτιμελείς.

Σαν αυτό που κάποτε έγραψε ο Νίτσε και μου θύμισε σε ένα βιβλίο του ο Βέλτσος -που κι αυτός πια πιστεύει πως το γεγονός πως είσαι ζωντανός δεν είναι δεδομένο- χαρακτηριστικό της ωριμότητας που αποκτάται όταν πια ο άνθρωπος περάσει τη μέση ηλικία και η προχθεσινή χαρά και ικανότητα δεν είναι ποτέ ίδια με την χθεσινή: «Μια μέρα πιθανόν να μάθουμε πως δεν υπήρχε Τέχνη, παρά μόνον Ιατρική». 

Πριν από τρεις μέρες μπήκαμε στο νοσοκομείο με την μαμά μου κι είχα καθαρίσει σαν λάμα τις σκέψεις μου όσο καθόμουν στο διάδρομο έξω από το χειρουργείο με κλειστό το κινητό και κλειστές όλες τις άλλες προφάσεις που αποσπούν και παρεκκλίνουν από τη σωστή λεωφόρο του μυαλού· την καθαρή. Ξεδιαλύνοντας και βάζοντας σε τάξη όσα με κάνουν να τρώγομαι με τα ρούχα μου. Κι είχα αυτή την έγνοια που αποκτάς συνήθως για ανθρώπους που πλησιάζουν πια τα ογδόντα μετά από την επιβεβλημένη νάρκωση για ν’ αντέξουν κάτι επίπονο που μπορεί, ωστόσο, να δημιουργήσει παράταση πονου: «Θα “ξυπνήσει” καλά;», «δεν θα ‘χει παρενέργειες;», «θα με θυμάται;», «θα λειτουργήσουν όλα όπως στο σώμα ενός μωρού, ήπια και φυσιολογικά, ή θα ‘μαστε από τις ατυχείς περιπτώσεις τού τόσο τοις εκατό που υπήρξε επιπλοκή;».

Όταν το απόγευμα μπήκα στο δωμάτιο και είδα τις ραφές του χειρουργού Μενέλαου Μενελάου απ’ το «Δικταίο», έτσι κάθετες όπως ήταν στο σώμα της με ελαφρές κλίσεις και συντεταγμένες σε σειρά, πούπουλα σωτηρίας επάνω σε δέρμα και βαμβάκι με γάζες και μπεταντίν, σκέφτηκα πως αυτό είναι τελικά ο Μονέ και ο Ντεγκά που τόσο τους υπολήπτομαι για τα χρώματά τους· πως αυτό είναι το αριστούργημα του ευ ζην, η Τέχνη η υψηλή: Τα δάχτυλα ενός γιατρού που μπορούν να κάνουν θαύματα· σε μεγάλο ύψος, σε μια θεϊκή παρέμβαση σωτηρίας όπως ο καλλιτέχνης που επικοινωνεί με το υπερπέραν για το μυστήριο της ύπαρξης – αφού «όταν ξύσεις ένα αληθινό έργο Τέχνης θα τρέξει λίγο αίμα». Πως αυτό που στερείσαι είναι και το πρωτεύον τελικά· αυτό που μας κάνει να αισθανθούμε την πληρότητα σε τωρινούς ανθυγιεινούς και φοβικούς καιρούς.

Το έγραψε, κάποτε, κι ο Δημήτρης Μυταράς: «Δείτε τα πρόσωπα των ανθρώπων καθώς περνούν από τις διαβάσεις των πεζών. Δείτε τους φθαρμένους τοίχους με τις σχισμένες αφίσες και τα πολύχρωμα συνθήματα. Δείτε τα κουρελιασμένα σύννεφα καθώς δύει ο ήλιος το απόγευμα. Δείτε το απέναντι δέντρο καθώς βγαίνουν οι μικροί βλαστοί περιμένοντας την άνοιξη. Θα έχετε κάνει μια καλή αρχή και υπάρχει ελπίς να αισθανθείτε τα έργα όλων των εποχών!». Ή, νιώστε το άγγιγμα ενός νοσηλευτή – ίσως θα προσθέταμε σήμερα μ’ αυτά που επώδυνα ζούμε.

Σ’ αυτή την Τέχνη του όχι προφανούς· του ωραίου, του όμορφου, του ελπιδοφόρου – της του Θεού επέμβασης με διαμεσολαβητές ανθρώπους.

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 14.3.2021.