Πρόκειται για την τρίτη σειρά διηγημάτων υπό τον ομώνυμο τίτλο της πολυγραφότατής μας συγγραφέως Ρήνας Κατσελλή, τα οποία με τον δικό της υποβλητικό τρόπο γραφής αναπαριστούν αυτοτελή σκηνικά οιονεί επεισόδια του δράματος. Ενός δράματος με αναπόδραστες ψυχικές επιπτώσεις και ανατρεπτικές συναισθηματικές προεκτάσεις, που στοιχειώνει με τα συσσωρευμένα τραυματικά βιώματα και τις ανεπούλωτες πληγές την κρίσιμη δεκαετία της Νεώτερης Ιστορίας της Κύπρου. Για τούτο και επανέρχονται ανεξίτηλα στη μνήμη, ως άλλος Αισχύλειος «μνησιπήμων πόνος», ζωντανεύοντας κάτω από την επιδέξια διηγηματική γραφίδα επώδυνα δρώμενα και οδυνηρά στιγμιότυπα. Τα αφηγηματικά μέρη, που αποπνέουν την αμεσότητα της εικονοπλαστικής δύναμης μιας ρέουσας καθημερινής γλώσσας, όπως και οι ζωηροί διάλογοι στο σύγχρονο κυπριακό ιδίωμα, που διανθίζονται ενίοτε με τουρκικές φράσεις, ανασυνθέτουν εγχάρακτες ψηφίδες και ανάγλυφες πτυχές της ατελεύτητης τραγωδίας. 

Στην εξιστόρησή της μέσα από τον σπαραγμό ανιστόρητων εμπειριών η Κερύνεια της πρώτης εισβολής και ο γενέθλιος αγαπημένος τόπος της συγγραφέως, ταυτισμένος όχι απλώς με την κοιτίδα της καταγωγής της αλλά με την ψυχοπνευματική κοίτη του αείρροου ποταμού τής πολύχρονης δημιουργικής της πορείας. Η μικρή λοιπόν Κερύνεια με τη μεγάλη ιστορία στη βορινή ακρώρεια της Κύπρου και το εμβληματικό ορόσημο στην ακριτική οροσειρά του κουρσεμένου Πενταδάκτυλου, που σηματοδοτεί την έναρξη και τη διαιώνιση των δεινών μας,  μαζί με τους ανθρώπους της, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, των αδελφωμένων καιρών και των πικρών αιματηρών ημερών, λειτουργούν με συνεκδοχικούς συμβολισμούς ως θραύσματα ανεστραμμένου καθρέφτη. Επιγραμματικά ενδεικτικό το σημείωμα, που προτάσσεται στα πτερύγια του βιβλίου, όπου παρατίθενται επίσης προϊδεαστικά αποσπάσματα δύο από τα επτά «Ψήγματα Ανατροπών»: «Το πρώτο διήγημα του βιβλίου αναφέρεται στις διακοινοτικές ταραχές του 1964 στην Κερύνεια. Τα υπόλοιπα έξι είναι ψήγματα ανατροπών στη ζωή των Κυπρίων μετά την τουρκική εισβολή στο νησί, στις 20 του Ιούλη του 1974. Το καθένα τους μια ανατροπή και μια καμπή στη ζωή τους. Γεγονότα που τους κάνουν ή αναγκάζουν να εμβαθύνουν, να αλλάζουν ή να παίρνουν ξαφνικές αποφάσεις.».

Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Ασκήσεις εισβολής και θανάτου-1964», μια δυσοίωνη αλληγορία της τουρκικής εισβολής, της προδοσίας και του θανάτου από τον αδικοχαμό τόσων ζωών και τον αφανισμό τόσων ψυχών τε και σωμάτων, τον όλεθρο και τον ξεριζωμό, οι δύο νέοι που φυλάγουν σκοπιά στα δυτικά της Κερύνειας, κοντά στο τουρκοκυπριακό χωριό Τέμπλος, την περίοδο της τουρκοανταρσίας, αντιπαραθέτουν συνειρμικά τις αφύλακτες ευάλωτες Θερμοπύλες του 1974. Αντίθετοι επίσης στον ψυχισμό ο Παντελής, φοιτητής της Φυσικομαθηματικής Σχολής Αθηνών, των θεωριών περί σύμπαντος και των δυσνόητων εξισώσεων και ο Σωτήρης, πρώην αγωνιστής της ΕΟΚΑ και «αχειροκρότητος», κατά τον Μόντη, ποιητής, που προβληματίζεται πώς «να οργανώσει τη μεγάλη τελεία του εαυτού του, όπως ο ίδιος τη θέλει!». Αποφασίζει να μη λάβει μέρος στην επιχείρηση-αυτοκτονία του Αγίου Ιλαρίωνα, για να καταστεί υστερογενής ήρωας, αφού δεν του έτυχε ένας ηρωικός θάνατος στα επικά χρόνια τού 1955-59. Στον ενδόμυχο μονόλογό του συνοψίζεται μέσα από τη δική του αγωνιστική δράση, τα κρατητήρια και τα βασανιστήρια ο απελευθερωτικός μας αντιαποικιακός Αγώνας, που κατέληξε «σε μια κουτσή δημοκρατία». Αλλά και οι ανολοκλήρωτοι στόχοι, οι οικογενειακές και ερωτικές απογοητεύσεις οδηγούν τον Σωτήρη της άκρατης ευαισθησίας και της «αθέλητης βούλησης» και όχι της πεσιμιστικής απαισιοδοξίας του Σοπενχάουερ στην αυτοκτονία. Οι «ασκήσεις εισβολής» των Τούρκων του ’64 στα παράλια της Κερύνειας ήταν προπομπός της εισβολής του Αττίλα το ’74 και ψυχοπομπός θανάτου.

 

 

«Ιερόν άσυλο» τιτλοφορείται το δεύτερο διήγημα και το πρώτο από τα διηγήματα της εισβολής, ειδικότερα των πρώτων ημερών του κατατρεγμού, του ξεσπιτωμού και της αναζήτησης χώρου προστασίας από τους πρόσφυγες Κερυνειώτες. Ένα τέτοιο καταφύγιο ήταν ο Τζιύκλος ή «Τemple-stone», κατά τους Άγγλους, στα βόρεια της Κερύνειας. Ένα κυκλικό πλάτωμα, όπου βρέθηκαν κατάλοιπα, ενδεχομένως, αρχαίου ναού, ανακαλώντας τους ικέτες και τον ιερό θεσμό του ασύλου σε ναούς ή βωμούς της ελληνικής αρχαιότητας. Ρόλο προστατών «θεών» διαδραμάτισαν τότε τα Ηνωμένα Έθνη, απόσπασμα των οποίων από Φιλανδούς στρατιώτες και Αυστριακούς αστυνομικούς είχε στρατοπεδεύσει σ’ εκείνη τη σωτήρια «πέτρα του ναού». Από εκεί οι εκατόν αυτοί άνθρωποι θα περάσουν τα συρματοπλέγματα με αυτοκινητοπομπή των κυανοκράνων, για να φτάσουν σε χωριά της Μεσαορίας. Συγκινητική η συμβολή του Τουρκοκύπριου αστυνομικού Αρίφ, που τους γλύτωσε, παραπλανώντας με τη μετάφρασή του τον Τούρκο αξιωματικό της «μητέρας πατρίδας». 

Τα επόμενα τρία διηγήματα εμπνέονται με εξ ίσου συγκινησιακές αναμνήσεις από τις σχέσεις φιλίας, συναντίληψης και συνεργασίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων του παλιού καλού καιρού. Στο «Πε Μαμμού» ο Μιχάλης Φανούρης, επιστρέφει από την αιχμαλωσία, αλλά όχι οι άλλοι έξι σύντροφοι της διμοιρίας του, χάρη στη μαμμού γιαγιά του Ευφροσύνη, που  «εξεγένναν χρισκιανές τζιαι τούρτζισσες των χωρκών της περιοχής,’που την Θέρμιαν, Πέλαπαϊσι, Καζάφανιν, Καράκουμιν, Άην Δίχτηνον, ως τζιαι Άη Γρόσην, τζιαι ούλοι εσέβουντάν την». Η μυθοπλαστική αφήγηση, προφανώς, μνημόσυνο ευγνωμοσύνης στην «Κυρά της Λαπήθου», Ευφροσύνη Προεστού. Αισθήματα ευγνωμοσύνης για τον μάστρον του Χατζηπαρασκευάν τρέφει ακόμη και ο γερο-Ομέρ Ιμπραχήμ «στα δάκρυα της άλλης πλευράς», ενώ ο Μουσταφάς ο Λεύκελλης, μετά την εκδίωξη των Ελληνοκυπρίων από την Κερύνεια, δεν θα απολαύσει ξανά την απαγορευμένη «ζαλατίνα της κοκόνας Ανθοδέσμης» στα ομώνυμα διηγήματα.

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής ξεδιπλώνει το ατέλειωτο δράμα των συγγενών των αγνοουμένων, την οδυνηρότερη ανατροπή της κυπριακής τραγωδίας.