Όλα είναι πουρές στην ενστικτώδη δημόσια αναμέτρησή μας με έννοιες, που θα έπρεπε να είναι ήδη προφανής στο μυαλό μας η αξία τους.
Τον συναντάς καθημερινά: Στους δρόμους όταν έχει κίνηση και το μποτιλιάρισμα φτάνει να ανασηκώσει τα χέρια χτυπώντας νευρικά το τιμόνι ακούγοντας λαϊκά τραγούδια στη διαπασών που ακόμη περισσότερο επιτείνουν τη νευρικότητα αντί να την κατευνάζουν -τόση μίρλα για τον έρωτα ούτε στα ρομάντζα των βίμπερ-, στο παρκάκι δίπλα απ’ το σπίτι σου όσο κάποιος αφήνει τον σκύλο του να κατουρήσει επάνω στις μαργαρίτες, στη μάζα που κάπου συνασπίζεται και εμπνέεται από συνθήματα άλλου καιρού άλλης βάσης άλλου τοπίου άλλου αιώνα και κρατάει πανό, στο γραφείο απέναντι στον απαιτητικό διευθυντή στους συναδέλφους και στην καθαρίστρια που δεν ξέπλυνε καλά το καλάθι των αχρήστων, στο σχολείο με τον δακτυλοδεικτούμενο συμμαθητή και την «αυστηρή» καθηγήτρια που γίνεται στόχος, στις οικογενειακές σχέσεις που είναι σχέσεις εκρήξεων, στη σχέση με τον εαυτό μας που είναι για κάποιους μία ανελέητη και θλιβερή σχέση απωθημένων, πάλης, υπονόμευσης επιθυμιών δίχως φράχτη, υποταγμένης στο πρέπον – τόσο θυμό πρώτη φορά ο άνθρωπος ανακυκλώνει (δημόσια κυρίως, αλλά και ιδιωτικά).
Κι είναι ένας θυμός άτσαλος, πρωτόγονος -αναζωπυρώνεται από τα βασικά ένστικτα και όχι από την λογική σκέψη- ομαδοποιημένος και νηπιακών αντιδράσεων· βοήθησαν τελευταία, βεβαίως, στο φαινόμενο, τα γεγονότα: Το κλείσιμο στο σπίτι λόγω της πανδημίας, η απαγόρευση εξόδων που θεωρήθηκε «καταστρατήγηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων», οι αντιπαραθέσεις για το ποιο είναι το σωστό και ποιο όχι -ακόμη και για την τυχαία επιλογή εμβολίου μέσω της κυβερνητικής πλατφόρμας κάποιος «φταίει» και «κάποιος έχει μέσον που δεν θα κάνει αυτό της Οξφόρδης, όπως ούλλοι εμείς οι υπόλοιποι»- η πολιτική αυθαιρεσία που δύο μήνες πριν από τις εκλογές προσπαθεί με τερτίπια να διασώσει τα ασυμμάζευτα, μερικές ανικανότητες που βρέθηκαν σε θέση ισχύος και λήψης σοβαρών αποφάσεων. Υπάρχει πια η τάση να χαστουκίσεις τον κάθε άγνωστό σου· κι αυτό το θεωρείς δικαιολογημένο.
Σε αυτό συμβάλλει αποφασιστικά και η «ειλικρίνεια» του Facebook και του Twitter· όσα θα κόμπιαζες να πεις κατά πρόσωπο σε κάποιον λόγω ευγένειας και τακτ, το πληκτρολόγιο αναλαμβάνει την «βρόμικη δουλειά» για να σε ξεπλύνει υποκριτικά φανερώνοντας έναν άλλο χαρακτήρα που κανείς δεν υποπτευόταν για σένα στη δημόσια και ιδιωτική σου προβολή σ’ αυτούς που -νόμιζαν- πως σε ήξεραν καλά – μισαλλόδοξα συνήθως, σχόλια ρατσιστικά, με αρχές δικτατόρων -κομμουνιστών και καπιταλιστών-, διαλύοντας τη σκηνοθεσία της ζωής, την ιδιωτικότητα και τις κρυφές κι ανείπωτες πτυχές του ανθρώπου που εμπνέουν γοητεία λόγω του μυστηρίου τους· ακυρώνοντας τον ερωτισμό. Ειδικά το Facebook έχει γίνει η χοάνη του κάθε ημιμορφωμένου «τίποτα» που θέλει να φουσκώνει το «εγώ» του αναδεικνύοντας το νέο είδος ανθρώπου: Του τεχνολογικά επιδειξιομανούς.
Μέχρι πριν από πέντε έξι χρόνια έκανα κι εγώ αυτό που θεωρώ σήμερα νεύρωση – αν όχι αφέλεια και τάχαμου προσωπική διαφάνεια: Δημοσιοποιούσα τα περισσότερα από τα δεδομένα μου· βλέπω στις «αναμνήσεις» των social media μου κάτι γενέθλια με τους ηλικιωμένους γονείς μου, τα ταξίδια μου στα οποία υποτίθεται πως μου άρεσε να ‘μαι μόνος ενώ τρεις χιλιάδες άτομα ήξεραν κιόλας τον κάθε προηγούμενο φιλτραρισμένο μου σταθμό, δηλώσεις αγάπης με δυο χέρια να κρατιούνται που μετά χώριζαν με ευφάνταστα τσιτάτα αποσκοπώντας στα σχόλια συμπαράστασης, περιπάτους σε συγκεκριμένους τόπους που κανονικά δεν θα ‘πρεπε να αφορούσαν κανέναν παρά μόνο εμένα και δυο τρία άλλα «δικά μου» άτομα – ένας παρελθοντικός κύκλος κατόπτρων που παντού υπήρχε μόνο ο εαυτός.
Αυτό συμβαίνει με τους περισσότερους σήμερα. Μερικοί το κάνουν και επίτηδες. Κάθετί έχει νόημα μόνο αν το χέρι σου γίνεται προέκτασή του κινητού σου – μία μέρα με χαλασμένο το κινητό είναι μια «μαύρη» μέρα, μία μέρα κενή και χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Αυτό το άπλετο φως -ενδιαφέρον στη θεωρία, επικίνδυνο στην πράξη- συνέτεινε και σε όλη αυτή την οργή που σού «πετάγεται» παντού αν έχεις δέκα λεπτά για χαράμι σκρολάρωντας – για το παραμιικρό.
Και, κάθε νοήμων, αντιλαμβάνεται πως η υποκρισία περισσεύει: Είτε για τα τρέχοντα, είτε για κάποιον υπουργό, είτε για την επικαιρότητα, είτε για τον Αρχιεπίσκοπο, είτε για τον γείτονα, είτε γιατί π.χ πέθανε ο Τάκης Μουσαφίρης και πρέπει οπωσδήποτε να «ανεβάσουμε» τον «περιπτερά» για να ‘μαστε μέσα στο πνεύμα της μέρας με ανόητα λογύδρια. Όλα μπλέντερ. Σε μια εποχή που χάθηκε η υπέρτατη αξία της σιωπής και του νοήματος τού να ησυχάζεις κάπου κάπου το θυμικό και το νου σου.
Διάβαζα σήμερα το πρωί στο site της LiFO μία εξαιρετική συνέντευξη του ηθοποιού Θανάση Αλευρά -βραβευμένου με το «Δημήτρης Χορν» αλλά και λαοπρόβλητου σε τηλεοπτικό show- που διαχωρίζει με απλό τρόπο την «ωμή αλήθεια» απ’ την σκέτη «αλήθεια», στρέφοντας τον καθρέφτη στο πρόσωπό μας: «Νομίζω ότι κουβαλάμε όλοι έναν θυμό και περιμένουμε κάποιον να τον σταυρώσουμε. Σα να έχουμε γνώμη για όλα. Εμένα η φιλοσοφία ζωής μου δεν είναι τέτοια. Προσπαθώ να ζω χριστιανικά. Όχι με την εκκλησιαστική και θρησκευτική έννοια. Η φιλοσοφία μου είναι γύρω από τη φιλοσοφία του Χριστού. Δεν θέλω να μιλάω εύκολα και να κρίνω. Δεν μπορώ να έχω για όλα άποψη, για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και τέρας να είναι κάποιος, θα καταδικάσω την πράξη του. Τον άνθρωπο δεν θέλω να τον πιάσω στο στόμα μου. Γιατί; Γιατί όλοι είμαστε και τέρατα και άγγελοι και ποτέ δεν ξέρεις τι είναι αυτό που νοσεί στην ψυχή, στο μυαλό κάθε ανθρώπου…».
Τα πράγματα είναι πολύ απλά: Αν ζητήσετε απ’ τον οργίλο, σε προσωπικό μήνυμα, να σας δώσει το τηλέφωνό του για να «συζητήσετε» κατ’ ιδίαν γι’ αυτό το «φλέγον» που σας κουνάει το δάκτυλο δημόσια, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα βρεθείτε μπροστά σε ένα ανθρωπάκι μικρό και φοβισμένο, ψιλομίζερο και ψευδοάνετο. Που δεν ξέρει τι είδους καπνό φουμάρει. Που ζει μια ζωή ψευδοειλικρινή και με χαρά ελάχιστη νομίζοντας -χα!- πως καλπάζει στον αφρό του coolness – μα, αλήθεια, ποιος πραγματικά χαρούμενος άνθρωπος έχει διάθεση να θυμώνει με τα παγκάκια και τα λάθος φανάρια στις κεντρικές λεωφόρους;
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 21.3.2021.