Όλα έδειχναν πως η πρόκριση θα πήγαινε στον Άρη. Τρία λεπτά για το τέλος, κι oι Θεσσαλονικείς ήταν μπροστά με 1-0…

Τρεις εβδομάδες πριν, στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», ο Ολυμπιακός είχε κερδίσει με 2-1. Οι φιλοξενούμενοι σκόραραν το πολύτιμο εκτός έδρας γκολ στο 3ο λεπτό της αναμέτρησης. Όμως στο «Κλεάνθης Βικελίδης», στις 3 Μαρτίου 2021, οι Αρειανοί έδειχναν να έχουν το πάνω χέρι. Στο 50΄ ο Ανδρούτσος έσπρωξε τον κόκκυγα του εφορμούντος Μπερτόλιο. Χρειάστηκαν 4 λεπτά για να βεβαιωθεί ο διαιτητής -βοηθούντος του VAR- ότι το σημείο απ’ όπου θα συνεχιζόταν το ματς ήταν η λευκή βούλα. Ο Κρίστινσον έπεσε σωστά αλλά η εκτέλεση του Μπρούνο Γκάμα ήταν αρκούντως φαλτσαριστή. Στα επόμενα 37 λεπτά, οι Πειραιώτες είχαν αυτό που οι νουνεχείς αθλητικογράφοι περιγράφουν ως «φλύαρη υπεροχή». Ο γαύρος ψάρευε τις φάσεις με γιόμες απελπισίας, ακίνδυνος σαν αφρόψαρο. Τα σκουλήκια κούρνιαζαν στο αγκίστρι άθικτα, αναμένοντας να περάσουν τα μαρτυρικά λεπτά -συν οι καθυστερήσεις- που τους χώριζαν από τους ημιτελικούς του Κυπέλου Ελλάδας. Είχαμε μπει στο 87ο λεπτό, όταν ο Καμαρά έβγαλε από δεξιά μια ανώδυνη σέντρα στο κέντρο της άμυνας των γηπεδούχων. Η μπάλα προσγειώθηκε ομαλά στην αγκαλιά του έμπειρου πορτιέρο των κιτρινόμαυρων ο οποίος την αγκάλιασε σαν νεογέννητο και μπρουμουτίστηκε στο γκαζόν μαζί της για μερικές δωρεάν στιγμές πατρικής στοργής. Στην περιοχή του είχαν προλάβει να μπουκάρουν τρεις ερυθρόλευκοι. Με το που είδαν πρηνηδόν τον δίμετρο κήπερ και το μονάκριβο διπλασφαλισμένο στον κόρφο του, οι δύο (αλλοδαποί) πήραν την άγουσα για τα μετόπισθεν. Ο τρίτος (ιθαγενής), αυτός που ήταν στο δεύτερο δοκάρι, δεν τους ακολούθησε. Έμεινε εκεί, ακουμπημένος στο δοκάρι. Από την άλλη άκρη του γηπέδου, έμοιαζε δεμένος σε κατάρτι. 

Όταν σηκώθηκε απ’ το χορτάρι ο 30χρονος Ανδαλουσιανός Χουλιάν Κουέστα Ντίαθ, άφησε το βλέμμα του να απλωθεί στον ορίζοντα. Ο ζωτικός του χώρος ήταν ασφαλής σαν το φημισμένο κατσικίσιο γάλα της πατρίδας του. Δεν υπήρχε ψυχή σε ακτίνα αρκετών μέτρων – οι επιτιθέμενοι είχαν οπισθοχωρήσει, οι αμυνόμενοι είχαν προωθηθεί. Αφού έκανε χαλαρός μερικά βήματα, σβούριξε την μπάλα στο όριο της επανορθωτικής κι άρχισε να βαδίζει ράθυμα ξοπίσω της ρεμβάζοντας τον ημιτελικό στο βάθος. Με τα χέρια ενορχήστρωσε τους συμπαίκτες του να προωθηθούν κι άλλο, να τακτοποιηθούν στρατηγικά στο τερέν, ώστε το ελεύθερο που επώαζε να μην πάει στο βρόντο. Ο μαέστρος με τη λαχανί περιβολή ήταν έμπειρος και ευσυνείδητος επαγγελματίας, ήθελε να γίνουν τα πράγματα σωστά. Δέκα μέτρα πίσω του, σωστά στεκόταν εντός αγωνιστικού χώρου, αγκυροβολημένος στο γκολπόστ, ο 28χρονος Ανδρέας Μπουχαλάκης του Αντωνίου και της Παναγιώτας, από το Ηράκλειο Κρήτης, νούμερο 5 του Ολυμπιακού, ναυαγός της προηγούμενης φάσης. Όσοι έχουν δει την ταινία Cast Away θυμούνται την ιδιαίτερη σχέση που ενδέχεται να αναπτύξει ένας ξέμπαρκος με μια μπάλα. Βλέποντάς την να σπινάρει δυο μέτρα μπροστά απ’ τον μακάριο Κουέστα, ο εκτοπισμένος χαφ, μη πιστεύοντας την τύχη του, παράτησε άρον-άρον την εξορία και χίμηξε σαν τρελός -φωνάζοντας «Αέρα!» από μέσα του;- προς τη σωτηρία. Πέρασε αστραπηδόν απ’ το σαστισμένο δεξί μπράτσο του σύξυλου Ισπανού, την τσίμπησε με το αριστερό, έστριψε 90ο και την πλάσαρε με το ίδιο πόδι στέλνοντας την ολοστρόγγυλη βιζιτού αβάδιστα στο διχτυωτό άβατο, τους ερυθρόλευκους στον ημιτελικό και τον δύσμοιρο Χουλιάν στο πάνθεον των ισοβίως ξεφτιλισμένων. Παρόμοιες λαθροχειρίες έχουν ξαναγίνει στο ποδόσφαιρο. Καμιά όμως τόσο μεθοδευμένη, καμιά τόσο απέλπιδα, καμιά τόσο κρίσιμη. Καμιά τόσο σημαδιακή. 

Ακριβώς 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, τον Μάρτιο του 2021, λίγο πριν την έναρξη των εορταστικών εκδηλώσεων για τη βαρυσήμαντη επέτειο, ένας νησιώτης μεσοεπιθετικός, με μια έμπνευση που αιφνιδίασε ακόμα και τις παντεπόπτριες κάμερες της ζωντανής μετάδοσης (ο σκηνοθέτης, υποπτευόμενος πως το διαχρονικό ερώτημα «τι ζητούσες στη Λάρισα, συ, ένας Υδραίος;» είναι μάλλον ρητορικό, κατάφερε να χάσει τη φάση του αιώνα αφού προτίμησε να ζουμάρει στον προπονητή του Άρη – την πλήρη εξύφανση του κρητικού blitzkrieg τη μάθαμε στο ριπλέι), διαπρέπει «εις τον κλέφτικον βίον» και διανύει σε ελάχιστες δρασκελιές την απόσταση από τον Οδυσσέα στον Αυξεντίου. Ένας ψιλόλιγνος διεθνής, με επώνυμο που μετεωρίζεται όλως τυχαίως, προσφυώς και μεγαλοφυώς ανάμεσα στο «μπουχός» και στο «μπαχαλάκης», αναδεικνύει, σ’ ένα ποδοσφαιρικό καρέ, αυτές τις δύο κατ’ εξοχήν ημεδαπές ιδιότητες, συνοψίζει, μέσα σε 6 δεύτερα, τριάντα αιώνες ελληνικής ιστορίας και ανακεφαλαιώνει, με μία ενέργεια -εν μέρει παμπόνηρη, εν μέρει μωροφιλόδοξη, εν μέρει γενναιόφρων, εν μέρει κωλόφαρδη, εν όλω απίθανη-, τη γένεση και εξέλιξη του έθνους. Όλως τυχαίως, ο εκών άκων καταλυτικός παράγων στη διαδικασία ανάδειξης των αυτόχθονων ψυχικών χαρακτηριστικών, ο κεραυνόπληκτος Ντίαθ (Díaz: σημερινός), τυγχάνει όχι απλώς εξ εσπερίας αλλά και από έθνος κονκισταδόρων, φαεινός συναυτουργός και μαζί κουτόφραγκο θύμα της επιτυχούς απόπειρας εκδίπλωσης του ελληνικού δαιμονίου στην εντελή πλην ευσύνοπτη βερσιόν του. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα των σύγχρονων Ελλήνων» λέει κάπου ο Ράμφος «δεν είναι απλώς να ανακτήσουμε την αυτοπεποίθησή μας αλλά να ανακτήσουμε επιτέλους και τη χαμένη εμπιστοσύνη των άλλων σε εμάς».   

Στα αρχαία ελληνικά «γαύρος» σημαίνει ανδρείος. Στην πειραιώτικη αργκό του μεσοπολέμου σήμαινε μάγκας, αλάνι. Δεν είναι βέβαιο αν ο Λόρδος Βύρων, «ο μέθυσος, ηδονολάτρης, είρων», πέρασε ποτέ απ’ το λιμάνι – στο Μεσολόγγι πάντως το 1823 πήγε από την Κεφαλλονιά. Αδιευκρίνιστη παραμένει και η αιτία εκδημίας του. Οι δημοφιλείς εκδοχές μιλούν για ρευματικό πυρετό. Ή τύφο. Ή μαλάρια. Ή ουραιμία. Η επικρατέστερη είναι πως τον σκότωσαν οι γιατροί προκαλώντας του σηψαιμία με τα σκουριασμένα εργαλεία τους. Αυτό που επίσης παραμένει νεφελώδες είναι η ιστορική ακρίβεια του εξής περιστατικού που καταγράφει η Φιόνα Μακάρθι στη βιογραφία της για τον Μπάιρον: όταν η είδηση του θανάτου του στο Μεσολόγγι έφτασε στο Λονδίνο (ένα μήνα πριν το σώμα του), μια μεσήλικη κυρία ονόματι Μέι Γκρέυ, γκουβερνάντα και παρθενική κατάκτηση του Λόρδου, αναφώνησε: “Where in hell’s name is that bloody place?”. Κι εγώ με τη σειρά μου, εν όψει των επικείμενων εορτασμών, συνδράμοντας όσο μπορώ τις πάγιες αβεβαιότητες, τις τρέχουσες συντυχίες και τις μέλλουσες αμετροέπειες, θα μου άρεσε να υποστηρίξω πως στο Καμποτεχάρ της Ανδαλουσίας, ένα χωριό 1441 κατοίκων, μια σμιχτοφρύδισσα, φλογερή Σπανιόλα, η Αντέλα Άλμπα, «το ομορφότερο κορίτσι της Γρανάδας», με άσβεστο πάθος για φλαμέγκο και μακριά, πράσινα φορέματα, μόλις πληροφορήθηκε τι έπαθε το διάσημο τέκνο της άσημης πολίχνης, ο ευθυτενής, ευγενής κι αφηρημένος Χουλιάν Κουέστα Ντίαθ μια ανοιξιάτικη βραδιά στη Χαριλάου, επανέλαβε, σε ορμητική ανδαλουσιανή διάλεκτο, πυρακτωμένη από ένα ακάθεκτο duende που της ανέβαινε απ’ τις πατούσες στο κεφάλι, την ερώτηση της νταντάς.

Φιλελεύθερα, 21.3.2021.