«Lemons, Lemons, Lemons, Lemons, Lemons» του Σαμ Στάινερ σε σκηνοθεσία Μαρίας Βαρνακκίδου.
H Fresh Target Theatre Ensemble παρουσίασε το έργο του Άγγλου Σαμ Στάινερ «Lemons, Lemons, Lemons, Lemons, Lemons» σε πανελλήνια πρώτη σε μετάφραση Κωσταντίνου Κρίτση και σκηνοθεσία Μαρίας Βαρνακκίδου. Το ρήμα της προηγούμενης πρότασης στον αόριστο σημαίνει ότι δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω μια επιθυμία: να δω την παράσταση ξανά, αλλά… από την άλλη πλευρά. Έτσι όπως καθόμασταν περιμετρικά γύρω από το σκηνικό τετράγωνο, ένιωθα ότι έχανα κάτι σημαντικό- την έκφραση του προσώπου και το βλέμμα ενός από τους συμπρωταγωνιστές της παράστασης, είτε της Άντριας Ζένιου, είτε του Μάριου Κωνσταντίνου.
Οι πλήρεις νοήματος και οργανικές υποκριτικές τους συμπεριφορές που έβλεπα, μ’ έκανα να λυπάμαι για τα όσα έχανα όταν ένας από τους δύο βρισκότανε με το πρόσωπο στραμμένο προς την απέναντι πλευρά θεατών. Αυτός είναι ουσιαστικός και συνειδητός έπαινος για τη δουλειά των δύο και για την ψυχολογική παρτιτούρα πάνω στην οποία η Μαρία Βαρνακκίδου άπλωσε το κείμενο του Σαμ Στάινερ. Οι δύο ηθοποιοί όντως συλλειτουργούσαν, η κάθε δράση προκαλούσε τεκμηριωμένη αντίδραση, και η αλυσίδα δεν έσπαζε ποτέ περνώντας από το χρονικά κατακερματισμένο και ανακατεμένο κείμενο. Αλλιώς θα ήταν δύσκολο να συνυπάρχουν και να είναι ευανάγνωστα τα επίπεδα του κειμένου του Στάινερ, όπου μέσα από τη σχέση ενός ζευγαριού ξετυλιγόταν το θέμα των ιδεολογικών στάσεων απέναντι στον επιβαλλόμενο από την εξουσία κώδικα συμπεριφορών.
Το έργο του Σαμ Στάινερ είναι φρέσκο, γραμμένο το 2015, αλλά στο φόντο των παγκόσμιων εξελίξεων φαντάζει ήδη εμπλουτισμένο με νέα νοήματα και ταιριαστό στη νέα επικαιρότητα. Ο συγγραφέας εφευρίσκει τρόπο να αποδώσει μεταφορικά μια πράξη αρχών να περιορίσει τις συμπεριφορές των μελών της κοινωνίας για «το κοινό συμφέρον»: στα πλαίσια της καταπολέμησης της οχλαγωγίας και του βλαβερού θορύβου και με σκοπό την επιβολή της τάξης και της ηρεμίας να θέσει το όριο των 140 λέξεων την ημέρα στο κάθε μέλος της κοινωνίας.
Η ευφυής επιλογή της γλώσσας ως πεδίου ιδεολογικής σύγκρουσης επιτρέπει στον συγγραφέα να εξετάσει τη γενικά νοούμενη στάση κατανόησης και αποδοχής των μέτρων, φορέας της οποίας παρουσιάζεται η Μπερναντέτ, και την ακτιβιστική αντίδραση ανθρώπων, τους οποίους εκπροσωπεί ο Όλιβερ, που αξιολογούν τους περιορισμούς ως επίθεση στην προσωπική ελευθερία και ύπουλη προώθηση περαιτέρω συσσώρευσης εξουσίας στα χέρια των ήδη κυβερνόντων. Η σύγκρουση των δύο τάσεων, της «φρόνιμης» προσαρμογής και της «άφρονης» απόρριψης είναι από τα διλήμματα που μας προτείνει η εποχή.
Είναι εντυπωσιακό πόσο ενισχυμένα επίκαιρο ακούγεται το εύρημα του Στάινερ στην παγκοσμιοποιημένη πανδημική περίοδο που ζούμε. Έχοντας τηρήσει ευλαβικά τα Μέτρα με μ κεφαλαίο κι έχοντας στείλει το μήνυμα 9, που καλύπτει τα κομμωτήρια και τα θέατρα, παρακολουθούμε την έντονη συζήτηση των δύο προσώπων του έργου πλήρως ενήμεροι για την επιχειρηματολογία του καθενός. Η Μαρία Βαρνακκίδου έκανε μια πολύ έξυπνη επιλογή έργου.
Όμως το έργο του Στάινερ δεν εξαντλείται με την επικαιροποιημένη μας ανάγνωση. Το θέμα της γλώσσας ως φορέα των ανθρώπινων σχέσεων αναπτύσσεται στο κείμενο με λογική και ευαισθησία. Το έργο ξεκινά μέσα από την πρώτη επαφή των δύο νέων στη φυσική ηρεμία και σιωπή ενός νεκροταφείου κατοικίδιων μετά από τη κηδεία μιας γάτας. Οι πρώτες λέξεις, που ανταλλάσσουν οι δύο άγνωστοι, ουσιαστικές στη φαινομενική ασημαντότητά τους, βάζουν τα λιθαράκια μιας σχέσης. Η γραμμική χρονική σειρά δεν τηρείται και οι σύντομες σκηνές, όπου ο Όλιβερ και η Μπερναντετ ανακοινώνουν πόσες λέξεις τους έχουν απομείνει από τους επιτρεπόμενες 140, μας μεταφέρουν στην περίοδο εφαρμογής του νόμου.
Η σχέση τους μερικές φορές ασφυκτιά και πνίγεται μέσα στα περιοριστικά μέτρα, άλλες φορές όμως δεν φαίνεται καν αρκετή για να γεμίσει τα θλιβερά απομεινάρια του ημερήσιου λεξιλογίου. Το οργισμένο «lemons, lemons, lemons, lemons, lemons» σ’ ένα από τα επεισόδια σημαίνει «να, καίω τις λέξεις που μου έχουν απομείνει, επειδή δεν θέλω να σου πω τί-πο-τα!» Η υποβόσκουσα αναμέτρηση των «εγώ» των δύο εραστών, η σημασία του κοινωνικού στάτους σε μια σχέση, η τρυφερότητα που κάποτε μπορεί και συχνά δεν μπορεί να καλύψει την ασυνεννοησία παρουσιάζονται στο κείμενο και μεταφέρονται στη σκηνή από τη σκηνοθέτιδα και τους δύο ηθοποιούς σε επεισόδια πριν και μετά την υποχρεωτική λεξιπενία.
Οι προσπάθειες συνεννόησης με άλλους κώδικες εκτός από το γλωσσικό αντανακλούν μεταφορικά σε κάθε προσπάθεια προσαρμογής, επικοινωνίας και σύνδεσης δύο διαφορετικών προσωπικοτήτων. Η αξία της γλώσσας και η αξία της σιωπής, του τι επιλέγουμε να πούμε και τι μπορεί να ειπωθεί χωρίς λέξεις είναι τα μοτίβα του ταυτόχρονα απλού και περίπλοκου έργου.
Οι προηγούμενες δουλειές του Μάριου Κωνσταντίνου και της Άντριας Ζένιου αποτελούσαν εγγύηση ότι είναι ικανοί για ν’ αντέξουν τη δοκιμασία της ανελέητης σκηνικής έκθεσης της παράστασης της Μαρίας Βαρνακκίδου. Οι δύο φιγούρες άντεχαν την οπτική πίεση των δύο οριζόντιων πλακών, της φωτεινής από πάνω και του ασπρόμαυρου εδάφους από κάτω στο σκηνικό της Κωνσταντίνας Ανδρέου. Η περισσότερο από συμπληρωματική στον λόγο κίνηση (σύμβουλος Julia Brendle) μετέδιδε τις διακυμάνσεις και τις φάσεις που περνούσε η σχέση των ηρώων τους. Σ’ αυτό το στάδιο της ώριμης επαγγελματικής νιότης και οι δύο ηθοποιοί έκαναν σημαντική δημιουργική δουλειά που αξίζει να εκτιμηθεί.
Φιλελεύθερα, 28.3.21