Η Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών είναι το φωτεινό παράδειγμα της νίκης του καλού.

Θα θυμάμαι πάντα εκείνη τη μία βδομάδα που βρέθηκα για κάποια πτυχιακή εργασία της Νομικής στις Φυλακές Κορυδαλλού – η εικόνα της υπεροχής του Αλκατράζ και mainstream σειρών που αργότερα παρακολούθησα παρέπεμπαν σε συνθήκες πρωτόγονες που καμία σχέση δεν είχαν με την πεντακάθαρη εικόνα του Wentworth Miller, αλλά κρατών εκτός ευρωπαϊκής συνθήκης, δημόσιων λειτουργών που άνοιγαν παρτίδες ύποπτων συνδιαλλαγών με τα άθλια κελιά των δύο ατόμων στα οποία στοιβάζονταν έξι σαν τη φυσιολογική ροή απ’ την οποία δεν ήθελαν να κρύψουν κάτι· ένα είδος αποθράσυνσης, συνθηκολόγησης και ομερτά ανθρώπων που απλώς κάνουν τη «δουλίτσα» τους και περιμένουν τον σίγουρο «μισθάκο» τους τέλη του μήνα.

Στη μέση ενός χαοτικού θαλάμου όπου γύρω γύρω υπήρχαν κελιά σε ισόγειο χώρο, μερικοί που επόπτευαν, νταήδες συνήθως ή «δουλικά» που είχαν βρει τρόπο να «βολευτούν» ανάμεσα στους κρατούμενους που μάλλον έπαιρναν τις αποφάσεις, έδιναν οδηγίες – παίρνοντας σε τόκους την εκδίκησή τους για την «αδικία» και το «κακό» του κόσμου. Οι περισσότεροι είχαν ήδη επιβιβαστεί στο νέο πλοίο παρανομιών, με νέες γνωριμίες και νέες συμμορίες που ίσως και να ήταν χειρότερες απ’ τις παλιές – ένα μπες βγες στη Φυλακή που δεν είχε τέλος.

Από την τρίτη τέταρτη μέρα, φορώντας πια αθλητικές φόρμες και φανελάκια γυμναστικής για να μην ξεχωρίζω ανάμεσα στη μάζα της καινούργιας μου καθημερινότητας με πουκάμισα και τζιν, επιβεβαίωνα -διά λόγου, από ανθρώπους που ξεκίνησαν να μου δείχνουν εμπιστοσύνη μιλώντας μου εκτός από τα εγκλήματά τους και για όσα ζούσαν, αλλά και κοιτώντας στην πράξη όσα υποδαύλιζαν ουσιαστικά το ρόλο της σωφρονιστικής και της δικαιοσύνης- το βαθιά διεφθαρμένο παρακράτος των υπαλλήλων που αντάλλασσαν την κρατική τους θέση με ρευστό ή παροχές. Υποθέτω πως αυτή ήταν μία συνήθης τακτική -υπό άλλες ιδιότητες- στην Αθήνα των ‘90s. Μία είδους «κανονικότητα» μέσα στην ανωμαλία του συστήματος. 

Είκοσι χρόνια μετά, όταν η Ζωή Κυπριανού με προσκάλεσε να παρακολουθήσω κάποια θεατρική παράσταση «με τους φυλακισμένους» -από αυτές που διοργανώνει κάθε χρόνο, χωρίς πληρωμή, χωρίς καμία φιλοδοξία επιβράβευσης, λειτουργώντας μόνο με τον ηθικό κώδικα τιμής της (κάτι επίσης εξαιρετικά σπάνιο πια), αθόρυβα, και με έγνοια της το «κοινό καλό»- περίμενα πως και η εικόνα των Κεντρικών Φυλακών της Κύπρου θα είχε αναφορά σε αυτό που ήδη είχα στη μνήμη μου· μια εικόνα ελεγχόμενης απελπισίας και παρανομιών στην οποία κανείς δεν μπορούσε να παρέμβει γιατί ίσως θα διακινδύνευε τη ζωή του. Αλλά δεν ήταν έτσι. 

Το είχα κιόλας καταλάβει από τους φυλακισμένους που την κοιτούσαν στα μάτια -σαν ίση προς ίσους- εξηγώντας της μερικά αιτήματά τους που εκείνη προσπαθούσε πάντα να απόσυγκολλήσει από τα γρανάζια της γραφειοκρατίας και των αποστειρωμένων νόμων -για εμφανείς λόγους ανθρωπιάς-, απ’ τους υπαλλήλους -που η ίδια ονομάζει πάντα «συναδέλφους» και όχι «υφιστάμενους»-, από το «κλίμα» που δεν είχε ευχολόγια για να τα παίρνει το κύμα αλλά πράξεις, από τον άλλο κόσμο που ήδη είχε «χτίσει» τουβλάκι τουβλάκι· εμπιστοσύνης κυρίως. Διαισθάνθηκα πως ο «νόμος» της κυρίας Αριστοτέλους -που αγγίζει στον ώμο τους φυλακισμένους χαμογελώντας τους ως το πιο οικείο τους πρόσωπο πια και μιλώντας στον καθένα ξεχωριστά στον ενικό, γιατί τους γνωρίζει όλους με το μικρό τους όνομα, χωρίς ωστόσο να κοινοποιεί οτιδήποτε από τις προσωπικές τους ιστορίες, πιστή στο αξίωμα τού «κοίτα τον ως άνθρωπο τώρα»- είχε πρωτίστως αναφορά στην «ηθική»· σ’ αυτήν που επικαλείται η Αντιγόνη κι όχι ο Κρέοντας. Πράγμα σπάνιο. Ειδικά στη σημερινή εποχή.

Έκτοτε πήγα αρκετές φορές στις Κεντρικές Φυλακές – για κάποιους αγώνες ποδοσφαίρου μεταξύ των φυλακισμένων και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, για δύο Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις με παιδιά ειδικών ικανοτήτων που ήθελαν να ψυχαγωγήσουν τους φυλακισμένους, για μουσικές βραδιές με τραγουδιστές που -και αυτοί- αφιλοκερδώς, όπως μου εξηγούσαν, ανταποκρίνονταν στην πρόσκληση «της διεύθυνσης», για τη «μέρα της γυναίκας» στις γυναικείες φυλακές όπου οι κρατούμενες είχαν αναλάβει να ετοιμάσουν μπάρμπεκιου και να χορέψουν με τις μουσικές ενός γνωστού dj (!)· ενδεικτικές ενέργειες του έργου κοινωνικοποίησης που «παράγεται», της δεύτερης ευκαιρίας, του ανθρωπισμού και ενός τρόπου σκέψης που δεν έχει πια καμία σχέση με το ξύλο, τις βρισιές, τις απειλές και τα νταηλίκια που είχαν προηγηθεί και τα οποία όλοι οι «παλιοί» βαριάνοι στα λένε ψιθυριστά – «αυτό τώρα εδώ είναι παράδεισος!». 

Τη φωτεινή περίπτωση της κυρίας Αριστοτέλους την ξαναθυμήθηκα πρόσφατα, όταν η Πάολα Ρεβενιώτη ανήρτησε στη σελίδα της στο facebook την εκπομπή «24 ώρες» του Alpha που μεταδόθηκε το περασμένο Σάββατο, με καλεσμένη την φυλακισμένη τρανσέξουαλ, Τίνα Λιασή, ως -επιγραμματικά- οι κυπριακές Φυλακές να είναι «οι πιο ανθρώπινες της Ευρώπης» – γιατί είμαι βέβαιος πια ότι είναι. Αναφέροντας η Τίνα μία λεπτομέρεια από την τραγική ιστορία φυλάκισής της στο Κάιρο μέχρι την μεταγωγή της στην Κύπρο, που εξηγεί πολλά: «Όταν μου είπαν στην Ομορφίτα “τώρα θα πρέπει να πάεις στις Κεντρικές γιατί υπάρχει διακρατική συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου και θα εκτίσεις εκεί το υπόλοιπο της ποινής σου”, σκέφτηκα “ωχ, πάλι τα ίδια, πάλι ξύλο, βρισιές και βιασμοί”. Αλλά, μπαίνοντας μέσα στις Φυλακές, εγώ άκουσα μελωδίες από ένα λευκό πιάνο και είδα νερά να τρέχουν γύρω του. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα. Αισθανόμουν ήδη άνθρωπος, μετά από τόσο καιρό!».

Μετρημένη, τολμηρή σε ιδέες, μεθοδική στην υλοποίησή τους και βρίσκοντας τρόπους να υπερπηδά κρατικά εμπόδια, συγκρατημένη με «ξένους» (αν και την έχω ήδη συναντήσει καμιά δεκαριά φορές, δεν γνωρίζω ούτε αν είναι παντρεμένη, ούτε αν έχει παιδιά, ούτε καν πού μένει και πώς μεγάλωσε) έχοντας έναν αρχέτυπο κώδικα «αξιών» που ακολουθεί και σπανίζει, η Άννα Αριστοτέλους είναι μια γυναίκα που απλώς κάνει καλά τη δουλειά της -και κοιτάει μόνο αυτήν- χωρίς να χρησιμοποιεί στο λειτούργημά της λέξεις όπως «σχολάνω», «άδεια» και «ρεπό». Που δεν έχει ούτε Facebook, ούτε Twitter, ούτε Instagram, ούτε ξέρει από «καλό μάρκετινγκ» για να «προβάλλει το έργο της» κάθε τόσο. Και αυτό -τελικά – αποδίδει επί της ουσίας.

Στις αρχές της πανδημίας, πέρσι, τον Μάρτιο, είχα πάρει τηλέφωνο τον Χριστόδουλο που είχε αποφυλακιστεί λόγω των μέτρων αποσυμφόρησης. «Σου λείπουν οι συγκρατούμενοί σου;», τον ρώτησα. «Ναι, τόσον τζιαιρόν μέσα, εγίναμεν φίλοι». «Δεν θα αρχίσεις πάλι τις κλοπές και τα ναρκωτικά, ε;». «Αφού το υποσχέθηκα στην κυρία Άννα! Εν δυνατόν;».  

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 28.3.2021.