«Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ σε σκηνοθεσία Νεοκλή Νεοκλέους.

Αυτό που συμβαίνει με την Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ τα τελευταία 10 ή και περισσότερα χρόνια δεν νομίζω ότι άπτεται της επιστήμης της θεατρολογίας. Ούτε, βέβαια, πρόκειται για μεταφυσικό φαινόμενο. Τα πάντα έχουν την εξήγησή τους. Δεν ξέρω αν είναι ψυχολογικό, πνευματικό ζήτημα, αν είναι υπόθεση έλλειψης καθαρού μυαλού και αυτοπεποίθησης ή αν ο οργανισμός υψώνει στον εαυτό του υπερβολικά τον πήχη των προσδοκιών και φτάνει τελικά να πνίγεται σε μια κουταλιά νερό. Ειδικά από την εποχή που απέκτησε τη δική του στέγη, είδαμε έναν αξιοσημείωτο (για να είναι σύμπτωση) αριθμό παραγωγών που δίνουν την εντύπωση ότι κυνηγούν ασθματικά καλλιτεχνικές χίμαιρες. Υπήρχαν, φυσικά, εξαιρέσεις και μάλιστα φωτεινές –όπως το «Τρίτο Στεφάνι» και ο «Πέτρος».

Συχνά- πυκνά ωστόσο βλέπουμε να χωλαίνουν ανεξήγητα παραστάσεις με μεγάλες προοπτικές, με υψηλό επίπεδο συντελεστών, με όραμα και κίνητρο και με τις τεχνικές και άλλες ανέσεις που διασφαλίζει κατά κανόνα το κρατικό θέατρο. Χωρίς να είναι κακές –αυτό άλλωστε θα ήθελε προσπάθεια με όλες αυτές τις προϋποθέσεις- μοιάζουν να μην πετυχαίνουν τους στόχους που οι ίδιοι οι εμπνευστές τους θέτουν. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι απίθανο να πας να δεις μια παράσταση μ’ ένα έργο όπως ο «Θάνατος του Εμποράκου» από ένα στοιχειωδώς σοβαρό επαγγελματικό καλλιτεχνικό γκρουπ και να μη φύγεις συγκινημένος και με τα διαχρονικά πανανθρώπινα μηνύματα του Άρθουρ Μίλερ να καμπανίζουν στ’ αυτιά σου για μέρες. Όπερ έδει δείξαι και με την πρόταση του Νεοκλή Νεοκλέους. Πλην όμως, εκτός από το εγγυημένο ρίγος, παίρνεις μαζί σου φεύγοντας και μια περίεργη γεύση στυφότητας, μια αίσθηση ότι κάποια υλικά στη συνταγή δεν έδεσαν.

Και είναι κρίμα γιατί δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να δούμε το συγκεκριμένο έργο, όσο πασίγνωστο και οικείο κι αν αισθανόμαστε ότι είναι. Στην Κύπρο, αν δεν απατώμαι, η τελευταία φορά που ανέβηκε ήταν στην προ ΘΟΚ εποχή, το 1970 στο Θεατράκι του ΡΙΚ από τον Νίκο Χαραλάμπους. Ίσως αυτό, συνειδητά ή ασυνείδητα, να μετατρέπει την προσδοκία σε απαίτηση. Δεν συγκαταλέγω τον Νεοκλή Νεοκλέους στην κάστα των καλλιτεχνών που λυγίζουν υπό το βάρος των υψηλών απαιτήσεων. Έχει την εμπειρία να το διαχειριστεί αυτό. Ωστόσο, δεδομένου ότι μια παραγωγή αντανακλά τον χαρακτήρα του σκηνοθέτη της, πάνω από τη συγκεκριμένη πλανάται μια ανεξήγητη αίσθηση φόβου και υπερβάλλοντος ζήλου.

Δεν είναι ότι δεν υπήρχε σκηνοθετική στόχευση και δομημένη μεθοδολογία, παρόλο που δεν απαντήθηκαν πλήρως τα ερεθιστικά ερωτήματα που δημιούργησαν μερικές βασικές επιλογές στη διανομή. Τα ερωτήματα αυτά κατά διαστήματα υπονόμευαν την απαραίτητη σκηνική ισορροπία. Η ομάδα πάντως μοιάζει να επιθυμεί σφόδρα να τα κάνει όλα σωστά και ν’ ανταπεξέλθει και στην τελευταία λεπτομέρεια.

Ωστόσο, σε κάποιες στιγμές που το σανίδι «καίει» μοιάζει να χάνει τον βηματισμό της, να έλκει σαν αλεξικέραυνο όλα τα θεατρικά συμπλέγματα που έχουν αρχίσει επικίνδυνα να γίνονται κανόνας στον ΘΟΚ. Σαν να παλεύει απέναντι σε μια υπέρμετρη πίεση και σαν να αποθαρρύνεται από το συνεχές υψηλό τέμπο. Η ένταση στο θέατρο είναι καλή και δημιουργική και γόνιμη. Η υπερένταση, όμως, είναι αποπροσανατολιστική. Αν ο ΘΟΚ θέλει να κάνει επιτέλους το επόμενο βήμα, να γίνει πιο θελκτικός, ίσως πρέπει να κάνει ένα μικρό βήμα πίσω. Να γίνει λίγο πιο «κυνικός», να μάθει να παίζει πρώτα για το αποτέλεσμα.

Στο έργο αυτό δεν είναι απαραίτητες ούτε οι πολλές σκηνοθετικές εξηγήσεις ούτε τα αινίγματα. Η δομή του έργου είναι τόσο καθηλωτική και οι χαρακτήρες τόσο παραστατικά αποτυπωμένοι που εν τέλει η κλασική ανάγνωση ίσως είναι η πιο τολμηρή και η πιο ανατρεπτική. Η δραματική σύνθεση του Μίλερ διαδραματίζεται ολόκληρη μέσα από τη ματιά του Γουίλι Λόμαν, ενός ανθρώπου που συνθλίβεται μέσα στην ίδια τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής του και στοιχειώνεται από τα όνειρά του. Είναι ενδεικτικό ότι ο συγγραφέας είχε επιλέξει για την αρχική εκδοχή τον τίτλο «Inside his head».

Ο Γουίλι είναι πια ο τρικυμισμένος άνθρωπος της εποχής μας, που έχει μια επισφαλή αντίληψη της πραγματικότητας, καθώς καταρρέουν βασικοί πυλώνες της ζωής του, όπως η οικογένεια και η δουλειά. Ο Μίλερ προσθέτει έντονες εξπρεσιονιστικές πινελιές στον καμβά του κοινωνικού ρεαλισμού κι αφήνει τον ήρωά του να πελαγοδρομεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, όντας θαμπωμένος κι από έναν κόσμο αυτάρεσκο, επιφανειακό και ξέφρενο που τον έχει ήδη αποβάλλει σαν στυμμένη πορτοκαλόκουπα. Η διαβρωτική μεταλαμπάδευση της κοσμοθεωρίας του στα παιδιά του γυρίζει τελικά μπούμερανγκ.

Ο σκηνοθέτης σωστά διαβλέπει ότι η ποιητική ποιότητα αυτής της δίπρακτης τραγωδίας έγκειται στην ονειρική συγχώνευση παρελθόντος και παρόντος, η οποία ανατρέπει τη γραμμική αφήγηση. Στήνει αναλόγως την κατασκευή του, συνεπικουρούμενος από τη μουσική και τον φωτισμό, ποντάροντας στην εγγυημένη περίτεχνη ροή του δράματος. Ωστόσο, ο οπτικός ντόρος που προκύπτει από τη σωματική γλώσσα των ηθοποιών, αλλά κι από το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό περιβάλλον, αποτέλεσε μια ακόμη αχρείαστη πρόκληση που έφραξε τη βαλβίδα εκτόνωσης του δραματικού οικοδομήματος.

Φιλελεύθερα, 28.3.21