Διαβάζοντας τα ποιήματα της Μαρίας Γεωργίου-Φράγκου μέσα από τις 58 αριθμημένες σελίδες του καλαίσθητου βιβλίου της, που ήλθε πρόσφατα στο φως και πρόλαβε διά ζώσης να παρουσιαστεί τον περσινό Σεπτέμβρη στη γενέτειρά της Λεμεσό και όχι σε τηλεσύναξη, όπως εσχάτως εγκαινίασε η πανδημία, δεν έχεις διόλου την αίσθηση μιας πρωτόλειας ποίησης στο πρώτο της εκδοτικό εγχείρημα. Εικάζεις, απεναντίας, τη σοβαρότητα της ποιήτριας μπροστά στους απαιτητικούς όρους, που εγγενώς επιτάσσει η Καβαφική «υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα», έστω και αν ακόμη έφτασες «… με το δικαίωμά σου νάσαι/ πολίτης εις των ιδεών την πόλι». Και με τις πολύχρονες και πολυσχιδείς «ιδέες» αυτές πρέπει έκπαλαι να έχεις ζυμωθεί, για να μπορείς ν’ αναμετρηθείς με το ύψος και το βάθος τους, καθώς σε διαβεβαιώνει η νεοφανής αλλ’ όχι η νεόκοπη γραφή της, που βρίσκεται σε ευοίωνη προοπτική μιας απρόσκοπτης πορείας στον δρόμο των συνεχών αναζητήσεων.
Χωρίς λοιπόν να έχει σπεύσει σε βεβιασμένους ανεπίγνωστους καιρούς, παρότι «άβατους», κατά την ίδια, να δημοσιοποιήσει τους ώριμους καρπούς της συγκομιδής της, με αυτογνωσία ποιητικής συνείδησης θέτει το εχέγγυο ερώτημα «Γιατί γράφω» στο ομώνυμο ποίημα. Επεξηγηματικά εξομολογητικοί οι στίχοι της διεισδυτικής αυτοκριτικής της, που σηματοδοτούν νομοτελειακά τις ορίζουσες της δικής της ποιητικής: «Γράφω πάει να πει φεύγω./ Γράφω πάει να πει ταξιδεύω./ Ταξιδεύω πάει να πει μη με ψάχνετε/ δεν είμαι εδώ./ Δεν είμαι πια εδώ, αλλά για αλλού οδεύω./ Όπου οδύνη και στεναγμός./ Όπου στεναγμός, στενά περιθώρια./ Και τα περιθώρια, περί ανέμων και υδάτων χλεύη./ Περιφορά στα ίδια./ Ιδιοτέλεια και αποπλάνηση./ Όπου πλανάται η πλάνη των ονείρων./ Περίφραξη ονείρων να μην αλητεύουν/ κι όμως στην αλητεία περιπλανήθηκα πολλάκις/ πολλών υποσχέσεων διάβηκα το βήμα/ πριν επιστρέψω αδαής./ […]».
Εικόνες με λέξεις είτε φραστικές εικονοπλασίες υποβλητικής αποτύπωσης, που αναδεικνύουν το ενιαίο οπλοστάσιο της Ελληνικής στην καθομιλούμενη και λόγια εκδοχή της σε ομόηχες συζυγίες, ασθματικές συνηχήσεις συνειρμικών στοχασμών και μεταφορές αλληγορικών συμβολισμών. Όδευση αναπόφευκτης φυγής μέσα από οδυνηρές περιπλανήσεις πλάνης και χλεύης και επιστροφή της αδαούς πεπλανημένης περιπλανώμενης στη συμπυκνωτική απόδοση του ποιητικού αποσπάσματος. Σε μεθερμηνευτική προέκταση η διόδευση ανάμεσα στις αδιέξοδες συμπληγάδες των ηχηρών ρηχών σειρήνων της ιδιοτελούς αλλοτρίωσης και του αποπροσανατολισμού, που παραπέμπει προφανώς στον ορυμαγδό του ακατανόητου κενού, της επαναληπτικής ανιαρής «περιφοράς» και της Καβαφικής πάλι «καθημερινής ανοησίας». Αν και στο υπαρξιακό ερώτημα «Γιατί γράφω» θα μπορούσε να λάβει την απάντηση στην πρωτότυπη γαλλική γλώσσα που, αρτίως κατέχει, από τον μεγάλο Γάλλο ποιητή Paul Valéry: «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδά, γιατί τραγουδά και τι είναι αυτό που το κάνει και τραγουδά, δεν θα τραγουδούσε.».
Η ποιήτρια με το αισθητήριο του ευαίσθητου ψυχισμού της, ήτοι την ενσυναίσθηση της ανθρώπινης συνάντησης και της αλληλοπεριχώρησης περιδιαβάζει στον ανοίκειο πλέον χώρο της αποξένωσης και σ’ έναν κόσμο «της φυλής των αλλοτρίων», χαρτογραφώντας τη δυναστική επικράτεια της «Βαβέλ», της «Απόσβεσης», της «Μοναξιάς» και της «Αμφισβήτησης» στις στρεβλές συντεταγμένες της λήθης ή της πληγωμένης μνήμης, όπου «Χρόνος δεν υπάρχει» στα αντίστοιχα ποιήματα και την αποκρυπτογράφηση των πολυεπίπεδων νοημάτων τους. Και όμως, σε πεισματική αντίσταση όλων αυτών των τραυματικών εμπειριών και των ανοικτών πληγών θα αντιπαραθέσει τον δικό της «modum vivendi», δηλώνοντας απερίφραστα στις ακροτελεύτιες στροφές του ποιήματος «Ο άχρονος άσπονδος Ιούλης»: «όμως δε θα προσφύγω στην ακηδία/ θα γίνω συνοδοιπόρος ενύπνιων διαδρομών/ και σε ενέδρα φθοράς/ θα παραμείνω.// Είμαι εκείνο που τρέχει/ χάριν του ανέμου/ στο πριν, στο τότε/ και στο μέλλον σου./ Το θέμα είναι ν’ αγαπάς/ όχι να έχεις ήδη αγαπήσει.».
Γιατί ασφαλώς η αγάπη δεν είναι ληξιπρόθεσμη ούτε ψευδεπίγραφη και περιστασιακή ενός φευγαλέου παρόντος, καθώς υπομιμνήσκουν κάποιοι άλλοι αποφθεγματικοί στίχοι, καταργώντας τη λήθη στα «Σημάδια των καιρών» εν ονόματι της α-λήθειας «στην έξοδο στο φως» και ενός ανανεωμένου καινούργιου κόσμου: «Όσο ανεβαίνουμε σκοτεινιάζει./ Ας μην ξεχνάμε όμως να χαμογελάμε/ σ’ αυτούς που έρχονται πίσω μας/ σε άβατους καιρούς».
Αυτό υπαινίσσεται και το οξύμωρο αντινομικό μήνυμα του τίτλου της συλλογής «Αμέτοχες εποχές στο φως» με τις ζοφερές μαυροφορεμένες φιγούρες των μοναχικών στάσεων και των απροσδιόριστων κινήσεων αντί των συγκινήσεων μιας συμμετοχικής μέθεξης στο υπόλευκο εξώφυλλο, που φιλοτεχνεί το έργο του Κύπριου ζωγράφου Πέτρου Παπασάββα, παραπέμποντας στο «Μαύρο φόρεμα» του τελευταίου ποιήματος. Αν ωστόσο οι στίχοι του απηχούν κάποιες πεισιθάνατες σκέψεις, το ποίημα «Αrtes Moriendi», που δανείζεται τον τίτλο από δύο λατινικά κείμενα του ύστερου Μεσαίωνα, ορθοτομεί τη ζωή στηλιτεύοντας όσους την υπονομεύουν. Έναντι του βιολογικού προεξάρχει εδώ ο ψυχικός θάνατος της διαφθοράς σε ένα μετωνυμικό σχήμα επαναφοράς ως «επιδημία αλώσεως/ επιθυμία αλώσεως».
Για να οδηγηθούμε από τη μεταφορική επιδημία του τόπου μας στην ευρύτερη δυστοπία της πανδημίας, που έχει πλήξει την υφήλιο και θα ήταν αδύνατο τα αλγεινά της βιώματα να μην εμπνεύσουν την ποιήτρια στην πρωτότυπη «λεκτική» σύλληψη του ποιήματος «Covid 19-Στο κατώφλι των λέξεων». Ο ιός της απομόνωσης και της απομάκρυνσης, που αναλύεται στο ι της ίασης, στο ο της οδύνης και στο σ της σύριγγας-σήραγγας-σιωπής αλλά και των καθαρτικών νερών του Σιλωάμ.
Αντί επιλόγου ιδού δύο αντιστικτικοί στίχοι από τα πρώτα γαλλότιτλα ποιήματα της καλής ποιήτριας Μαρίας Γεωργίου-Φράγκου: «Η πεμπτουσία της ζωής είναι στην απουσία» «με συμπόνια για τους ζώντες και τους νεκρούς».
Μαρία Γεωργίου-Φράγκου Αμέτοχες Εποχές στο Φως
εκδόσεις Ρώμη, 2020