Και πήρε πάλι να φτερώνει η πένα του, γιατί λαχταρούσε γοργοπετώντας να ολοκληρώσει τον κύκλο της τριλογίας του μέσα από τρία βιβλία όχι απλώς μιας πολύπτυχης αυτοβιογραφικής αναφοράς αλλά ενός βιωματικού χρονικού, που αποτυπώνει προσωπικά στιγμιότυπα και κοινωνικοπολιτικά δρώμενα των τελευταίων εξήντα χρόνων. Διαδρομές ανάμεσα στα χώματα της προγονικής γης, της αγαπημένης του Γιαλούσας, και στους αλλότροπους τόπους της ξενιτιάς ως μετανάστης στη μεταποικιακή Αγγλία, μέχρι τη Θεσσαλονίκη της μητέρας πατρίδας και τον γυρισμό στην προσφυγιά της Λευκωσίας. Εκεί στην ακριτική περιοχή της οδού Έκτορος και του Αιγαίου της αρχοντικής ελληνικότητας, του ανυποχώρητου ενωτικού οράματος και του καημού της Ρωμιοσύνης, ξορκίζοντας τις εκκωφαντικές φωνές του μουεζίνη. 

Αντίστοιχοι και οι τίτλοι στις πέντε ενότητες του βιβλίου, όπως και στα προηγούμενα δύο έργα του Βάσου Πτωχόπουλλου «Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος»(2015) και «Like a rolling stone»(2018). Μια πολυφωνική-αντιστικτική συνάντηση αλλεπάλληλων αναδρομών επίσης σε ψυχικά τοπία κατανυκτικών αναμνήσεων και συγκινησιακών αναπολήσεων, αισθαντικών αναπαραστάσεων, καθώς και ζωντανών επώδυνων συνειρμών για έναν αυθεντικό ανεπίστροφο κόσμο οικείων ανθρώπων και συμμαθητών, γραφικών τύπων εδώ ή στα ξένα και αλησμόνητων αναντικατάστατων φίλων. Δυνατές μνήμες και νοσταλγικές θύμησες των γηγενών θαυμάτων σ’ εκείνη την πανάρχαια Αχαιών Ακτή, όπου έπαψαν προ πολλού να λειτουργούν κάτω από τον βραχνά του Τούρκου εισβολέα. Στη θλίψη του κενού και της μοναξιάς, που αναπληρώνει το άκουσμα των αθάνατων λαϊκών ασμάτων είτε των τότε ροκ συγκροτημάτων, όπως προτάσσονται ως πηγή έμπνευσης των αφηγήσεων και για εκείνες τις θαυμάσιες εγκάρδιες συναναστροφές. Αλλοτινές εποχές ωραίων ημερών, πατριωτικών αισθημάτων και ηρωικών στιγμών, πολιτισμικών δράσεων και αντιστασιακών αγώνων. Υπομνήσεις και αληθινές ιστορίες μιας ολόκληρης ζωής, που άξιζε να καταγραφούν με τα ζωηρά χρώματα των εντυπώσεών τους, αφήνοντας έντονα τα σημάδια τού χτες και επιτείνοντας την αντίθεση με τους σημερινούς  άφιλους καιρούς της μιζέριας, της παρακμής και της βαρβαρότητας. 

Και αν ο ίδιος ο συγγραφέας, προλογίζοντας τις καινούργιες αυτές ιστορίες, που τις διαπνέει η γοητεία της χαρισματικής αφηγηματικότητας και μιας ρέουσας αφτιασίδωτης γλώσσας, επιμένει ότι όσα πολλά και ενδιαφέροντα και εδώ εξιστορεί με τα επιδέξια λογοτεχνικά του σύνεργα δεν είναι λογοτεχνία είτε ότι «λογοτεχνίζει», με τις ενστάσεις της αυτούσιας λογοτεχνικής γραφής διαψεύδει θαρρώ τον εαυτό του. «Στη μάνα μάνα μου θα πάω», όπως τιτλοφορεί το καινούργιο του βιβλίο μέσα από τον στίχο ενός από τα τραγούδια που προϊδεάζουν τις αφηγήσεις, μας καθιστά κοινωνούς των ιδιότυπων λογοτεχνικών του περιδιαβάσεων. 

Ξεκινά λοιπόν από την εμβληματική Γιαλούσα των παιδικών του χρόνων, για να μας ταξιδέψει σε μιαν από τις μαθητικές του εκδρομές, σταθμεύοντας πρώτα στο Μπογάζι κι ύστερα στην Κυθραία των μαγικών νερών του Κεφαλόβρυσου με τελικό προορισμό την Αμμόχωστο και την αρχαία Σαλαμίνα. Σκηνικές εικόνες και φωτογραφικά στιγμιότυπα, απαθανατίζοντάς τα με ευθυμογραφική διάθεση και ακαταμάχητο σατιρικό πνεύμα, που διανθίζουν και τις 279 σελίδες του βιβλίου. Μιλά ύστερα για το ιστορικό Γυμνάσιο Αιγιαλούσης, το πνευματικό φυτώριο της γενέτειράς του, που «άνοιξε τις πόρτες στον ελληνικό πολιτισμό» με τους περισσότερους καθηγητές στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του από μέρη της Ελλάδας και της Μικρασίας μεταξύ των λιγοστών Κυπρίων εκπαιδευτικών. Αλλά και το σινεμά «Ευαγόρας» συμπλήρωνε την ελληνική τους παιδεία με θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες, εμπνευσμένες από την Ελληνική Επανάσταση, καθώς με συγκίνηση αναθυμάται στις τελευταίες γραμμές της πρώτης «Γιαλουσίτικης» ενότητας, που στοιχειοθετεί το πρώτο κεφαλαίο της πολυκύμαντης ζωής του. Οι επόμενες δύο καμπές των νεανικών του χρόνων το «Margate», η λουτρόπολη αυτή της νοτιοανατολικής Αγγλίας με τη μικρή κυπριακή παροικία, και στη συνέχεια το Λονδίνο. Εκεί όπου ανάμεσα σε συναπαντήματα συγγενών και απόδημων συγχωριανών, περιπετειώδεις γνωριμίες και περιηγήσεις πρωτόγνωρων εμπειριών και η επίσκεψη στο Birmingham για το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης με το έργο «Τα πάθη της Κύπρου», που είχε γράψει ο ίδιος και που είχε παρουσιαστεί με επιτυχία στο Λονδίνο λίγες εβδομάδες μετά την τουρκική εισβολή του 1974. 

Στη Θεσσαλονίκη της ολιγοσέλιδης τέταρτης ενότητας, που «σφράγισε την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη», όπως εκ προοιμίου επισημαίνει, δεν πήγε μόνο σε συναυλίες, για να βρεθεί μπροστά σε «ζωντανά μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου» και να παρακολουθήσει στο γήπεδο ποδόσφαιρο με την Κωνσταντινουπολίτικη ομάδα του ΠΑΟΚ, αλλά και στο θέατρο της συμπρωτεύουσας «Ράδιο Σίτυ», για να απολαύσει τους Αριστοφανικούς «Αχαρνής» του Σαββόπουλου, που τους «θεωρεί ένα από τα πέντε πιο σημαντικά έργα του περασμένου αιώνα». 

Η τελευταία ενότητα επιγράφεται «Λευκωσία» ο τόπος του επαναπατρισμού του, όπου έστησε το «Αιγαίον» του κι απ’ όπου πέρασαν Κύπριοι και Ελλαδίτες φίλοι από τον κόσμο του λαού και της διανόησης, της διασκέδασης και της συντροφιάς των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων αλλά και ομοϊδεάτες συναγωνιστές, μεταξύ των οποίων ο επιστήθιος φίλος του, ο αξέχαστός μας Σάββας Παύλου. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας της μικρής-μεγάλης παρέας,   που ήθελαν ν’ αλλάξουν με δημοσιεύσεις και επί τόπου διαμαρτυρίες τα κακώς έχοντα της κυπριακής πολιτικής πραγματικότητας. 

Ο Πτωχόπουλλος αποδεικνύεται μέσα από τις πληθωρικές βιωματικές μαρτυρίες των αναδιηγήσεών του  ένας ξεχωριστός γνήσιος ευπατρίδης, που και από τη σκοπιά της θεατρικής του γραφής δεν παύει να «πηγαίνει στη μάνα του» και να «περπατά ξυπόλυτος στην παραλία του Μούσιη» με τους συνοδοιπόρους της ζωής του…