Το θέμα συζητιόταν -έντονα αλλά αραιά και πού- σε πηγαδάκια των μετρημένων στα δάχτυλα ημεδαπών σινεφίλ δίχως όμως να αντλείται λάλον ύδωρ στην επιφάνεια της γης και χωρίς να παροχεύεται σταγόνα προς στα απέραντα χωράφια της καθ’ ημάς δημόσιας σφαίρας.
Επομένως, τα πρωτεία της επισήμανσης πιστώνονται στον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο ο οποίος την εξέφρασε ευθαρσώς και εναργώς σε πρόσφατη συζήτηση με τον Γιάννη Οικονομίδη. Κατά τον τελειομανή Καρλ Κράους «αν δύο έχουν την ίδια ιδέα, η πατρότητα ανήκει όχι σ’ αυτόν που τη σχημάτισε πρώτος, αλλά σ’ εκείνον που τη διατύπωσε καλύτερα».
Στη ραδιοφωνική εκπομπή του, ο κριτικός κινηματογράφου προέβη σε μια ευφραδή διατύπωση- διαπίστωση (προλογίζοντάς τη σεμνά ως «η αυθαίρετη θεωρία μου») την οποία αρκετοί ντόπιοι προηγουμένως ψέλλιζαν βαρβαριστί στη νεκρή ζώνη που χωρίζει τον οίκο από τον δήμο και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη λήθη ή στον όλεθρο: σε κύκλους κουλτουριάρηδων.
Η αυθαίρετη θεωρία Κουτσογιαννόπουλου εκφράστηκε, κομψή και ασυγκάλυπτη, παρουσία του άμεσα ενδιαφερόμενου και είναι η εξής: ως Κύπριος ο Οικονομίδης άκουσε τα ελληνικά μ’ έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο, όπως ακριβώς και ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο οποίος ερχόμενος απ’ το Λονδίνο στην Αθήνα, άκουσε άλλα ελληνικά και γι’ αυτό τα μίλησε αλλιώς στις τρεις πρώτες ταινίες του οι οποίες επίσης μάλλον ξένισαν στη δεκαετία του ’50. Έξυπνη παρατήρηση, δεν μπορείτε να πείτε – αν και όχι ουρανοκατέβατη. Το μοτίβο του ξενομερίτη που μπαίνει στην πόλη και την αποκαλύπτει με τα υλικά που προσφέρει η ίδια είναι παλιό όσο και τα μικρόβια.
Μια και το έφερε η κουβέντα, σπεύδουμε να καταγράψουμε άλλα σχετικά έπεα των εν λόγω ασταθών κύκλων πριν γίνουν εντελώς πτερόεντα (ή πριν τα ανακοινώσουν με τη δέουσα σπουδή τα συμπόσια του μέλλοντος), και συγκεκριμένα ότι, ο μόνος άλλος εν ζωή Κύπριος που εμφανίζει το γνώρισμα είναι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, εκ βάθρων και εκ των ενόντων ανανεωτής (με την αμέριστη συνέργεια του Ζούδιαρη) του έντεχνου τραγουδιού. Λεμεσός-Λευκωσία 1-1.
Η ιδιαιτερότητα στο σινεμά του Οικονομίδη για την οποία μιλάμε -εδώ σταματούν οι συγκλίσεις με την περίπτωση Κακογιάννη- είναι η επανάληψη στον διάλογο, η επαναληπτικότητα της έκφρασης. Οι χαρακτήρες του λένε ξανά και ξανά, φορτικά και σπαστικά, σαν σε λούπα, όχι απλώς το ίδιο πράγμα αλλά τις ίδιες λέξεις, τις ίδιες φράσεις -είτε απαράλλακτες είτε ελαφρώς παραλλαγμένες- προς επικύρωση της αληθοφάνειας του δρώμενου και προς θεμελίωση της πειστικότητας του χαρακτήρα που τις εκστομίζει.
Πώς όμως απάντησε ο συμπατριώτης μας στον διεισδυτικό παραλληλισμό του Κουτσογιαννόπουλου (όχι ο μεγαλύτερος φαν του Οικονομίδη); «Μπορεί…» μουρμούρισε κάπως ξαφνιασμένος -λες και δεν του είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι υπάρχουν εγγύτεροι συγγενείς του από τον Μάικ Λη, τον Σαμπρόλ και τον Λόουτς- χωρίς να δώσει συνέχεια. Άμα τύχει, μαθαίνουν τους εκκολαπτόμενους barristers στο Gray’s Inn (απ’ όπου αποφοίτησε η αδελφή του Κακογιάννη, Στέλλα Σουλιώτη), να ακούσεις κάτι που δεν ξέρεις αν συμφέρει, άφησε αμέσως όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.
Πράγματι, αναπολώντας με το ευεργέτημα της αναδρομικής γνώσης, οι σοβαροί γηγενείς σύγχρονοι του Οικονομίδη, έχοντας ίσως αναπτύξει μιθριδατισμό στους ιδιωματισμούς της ράτσας, έχοντας ίσως μπαφιάσει απ’ το ελληναριό, προτιμούσαν να στήσουν δικές τους πολιτείες παρά να ανα(συ)στήσουν την ελληνική. Εξοικειωμένοι έως σκασμού με τη χώρα -ως κορεσμένο παρελθόν και ως τετριμμένο παρόν- ταμπουρώθηκαν πίσω απ’ το φακό επαρκώς προφυλαγμένοι από τον κίνδυνο οποιασδήποτε επικείμενης ενέδρας που λούφαζε στο συλλογικό ασυνείδητο.
Οπότε, είτε εγκαθίδρυαν ένα αφασικό, περίκλειστο κώδικα που θα μπορούσε να (μη) μιλά οποιαδήποτε γλώσσα (Λάνθιμος, Φιλίππου, Τσαγκάρη, Μακρίδης) είτε στίλβωναν τα καλιαρντά του περιθωρίου μέχρι να καταυγάσουν το μέινστριμ κιτς (Κούτρας) είτε διακόμιζαν την άγουρη φιλμική σοδειά μιας συγκυριακής και ανεπεξέργαστης επικαιρότητας (Παπαδημητρόπουλος, Τζουμέρκας) είτε καθηγούνταν από έναν άκρατο πιουρισμό που φθεγγόταν σε ξέπνοα ημιτόνια αντί σε κάποια στεντόρεια οκτάβα (Βούλγαρης, Βεσλεμές).
Εν τω μεταξύ, οι σημαντικές δημιουργίες αυτού που -τσουβαληδόν αλλά όχι εντελώς άστοχα- ονομάστηκε από τον Steven Rose της Guardian το 2011 -στο απόγειο της ελληνικής κρίσης (Σύνοδος Κορυφής στις Κάννες, Κίνημα «Δεν Πληρώνω», Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, Αποχώρηση Παπούλια από παρέλαση 28ης Οκτωβρίου, Παραίτηση Παπανδρέου, Κυβέρνηση Παπαδήμου)- ως Greek Weird Wave και καθιερώθηκε εν μια νυκτί στο παγκόσμιο λεξιλόγιο χωρίς πολλές-πολλές ενστάσεις για το ανομοιογενές των συνιστωσών του (Κυνόδοντας, Άλπεις, Attenberg, Αληθινή Ζωή, Στρέλλα, Σπιρτόκουτο, Ψυχή στο Στόμα, Hardcore, Χώρα Προέλευσης, Miss Violence, L, Οίκτος), μιλούσαν ΟΛΕΣ για το ΙΔΙΟ πράγμα: την ελληνική οικογένεια. Στο εμβριθές αλλά βαρυστόμαχο «Κάτι τρέχει με την οικογένεια» (2018) του Δημήτρη Παπανικολάου, ο οποίος διδάσκει Νεοελληνικές Σπουδές στην Οξφόρδη, σημειώνεται πως αυτή η φουρνιά ταινιών συνιστά μια εξέλιξη και αυτή η εξέλιξη δεν είναι παρά «η αναζήτηση καινούργιου πολιτισμικού είδους» και αυτό το είδος «ξεπερνάει τον κινηματογράφο» θέτοντας την «οικογένεια-βραχυκύκλωμα» στο επίκεντρο των προβληματισμών για την κορακοζώητη νεοελληνική παθογένεια. Υπερβολές ξενιτεμένων ακαδημαϊκών που βγάζουν απ’ τη μύγα ξίγκι;
Ανεξαρτήτως ανθεκτικότητας των θεωρητικών κατασκευών, στην προκειμένη αρκεί να ενδιατρίψουμε στα σκληρά δεδομένα τα οποία “speak volumes” όπως θα λέγανε στα πανεπιστημιακά faculties. Ο Οικονομίδης, μετά τη στρατιωτική θητεία, προσγειώθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει κινηματογράφο και δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτε περισσότερο παρά απλώς -απλώς;- να τεντώσει το εξαιρετικά παρθένο Αη-ζωνιάτικο αυτί του που για 20 χρόνια μάθαινε ελληνικά από δεύτερο χέρι, με τη διαμεσολάβηση του τυπογράφου, του ηχολήπτη ή του κάμεραμαν.
Άκουσε πράματα και θάματα (όποιος έχει υπάρξει φοιτητής στην Ελλάδα ίσως θυμάται το κοσμογονικό σοκ της πρώτης φοράς). Ούτε επαρχιώτης ούτε αλλοδαπός, φορέας μιας παιδείας τύποις όμοιας μα ουσιωδώς αλλιώτικης, όταν άρχισε να καταλαβαίνει τι άκουγε, ξεκίνησε να καταλαβαίνει και πού έπρεπε να κοιτάξει αφού στην τελική «οφθαλμοί γαρ των ώτων ασφαλέστεροι μάρτυρες». Μοιάζει οξύμωρο, δεδομένης της ακατάσχετης λογοδιάρροιας στις ταινίες του, όμως ο Κύπριος προσεδαφίστηκε στην ελληνική πρωτεύουσα με αποσκευή το Καβαφικό (άλλος που δεν ήξερε ελληνικά), «Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω».
Παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να είναι τυχαίο που ο έτερος καθοριστικός εικονογράφος του βρώμικου ρεαλισμού του άστεως, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης με το προδρομικό «Από την Άκρη της Πόλης» (1998), κατέφθασε επίσης από το εξωτερικό. Ο γεννημένος στο Σίδνεϋ Γιάνναρης μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα από την Αγγλία, άφησε στην άκρη τον εστετισμό του Ντέρεκ Τζάρμαν, έπιασε την κάμερα και πήγε στο Μενίδι έτοιμος να εξακριβώσει ιδίοις όμμασι ό,τι οι υπόλοιποι είχαν συνηθίσει να βλέπουν στις ειδήσεις των 8, δηλαδή αχνά άβαταρ Ελλήνων ποντιακής καταγωγής και όχι Ρωσοπόντιους με σάρκα, οστά και ατάκες όπως “Με λένε Ποντ, Ρώσσοποντ”.
Πήγαμε κι εμείς να δούμε την κυπριακή ιδιαιτερότητα που γεννά την ελλαδική μοναδικότητα του Οικονομίδη, ανοίξαμε μια παρένθεση και όταν κοιτάξαμε πίσω είδαμε ότι είχαμε ενοχλήσει όλες τις λέξεις που δικαιούται η στήλη. Μακάρι να μη μας περιμένατε απέξω, όπως πρόσταζε ο Μόντης. Θα συνεχίσουμε αναγκαστικά στο επόμενο, το οποίο -τύχη αγαθή- συμπίπτει με τo Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες – Κύπρος 2021. Έτσι για να χτυπήσουν κόκκινο οι αναγνωσιμότητες.
Φιλελεύθερα, 4.4.2021.