«Δεν ταξιδεύω για να πάω κάπου, αλλά για να πάω. Ταξιδεύω για χάρη του ταξιδιού. Το ζήτημα είναι να μετακινείσαι» (Robert Louis Stevenson).
Θέλω να είμαι αισιόδοξος. Και σκέφτομαι πως σε δύο τρεις τέσσερεις μήνες, το αεροδρόμιο Λάρνακας θα γίνει και πάλι το κέντρο ενός σμήνους ανέμελων ανθρώπων που απαλλαγμένοι πια από τους περιορισμούς και τις «αποστάσεις» θα ακουμπάνε ξανά ο ένας τον άλλον με τα βαλιτσάκια τους χωρίς τις τυπικές «συγνώμες» για την ενόχληση, λίγα εκατοστά απόσταση από τη φτέρνα του μπροστινού που «θυμήθηκε» και πάλι τις παλιές καλές μέρες, μερικά λεπτά πριν από τις απογειώσεις και την αγωνία εκείνη που φέρνει την κολασμένη χαρά – ειδικά αν η περιπλάνηση είναι προς άγνωστη ανεξερεύνητη ακόμη από αισθήσεις και παραστάσεις μεριά: «Θα ‘ναι το τοπίο και οι άνθρωποί του όπως τα περιέγραφαν οι ιστοσελίδες πριν από την πανδημία;».
Νομίζω πως εκείνο που ποθήσαμε οι άνθρωποι πιο πολύ απ’ όλα -κι απ’ τα μαγαζιά με τα ρούχα, κι από τις εκδηλώσεις, κι από τα σινεμά, κι απ’ τους καφέδες με τα τραπεζάκια μέσα, κι απ’ το καλό φαγητό σε κάποιο εστιατόριο με σερβιτόρους που να φαίνεται το στόμα τους κι όχι με μισά πρόσωπα που να εξηγούν το μενού μέσα από μάσκες- είναι η αθώα περιπλάνηση σε έναν άγνωστο τόπο με ανοιχτές τις σκεπές του μυαλού, χωρίς φόβο κανένα και περιορισμούς· αυτό που δροσίζει πιο πολύ απ’ όλα κάθε σκέψη και «καθαρίζεται» εντός.
Στο e-mail μου τα ταξιδιωτικά πρακτορεία μού στέλνουν ήδη τα προγράμματά τους για το Καλοκαίρι, για ταξίδια μακρινά, για Τανζανία, για Ζιμπάμπουε, για Ινδία και Κούβα και μου τρέχουν τα σάλια. Ένα μπάνιο σε μια αλλιώς αλατισμένη -ας είναι και βρόμικη- θάλασσα, σε μια χώρα που τα σώματα των ανθρώπων δεν έχουν τίποτα από το βάρος των ενοχών και τους ψυχαναγκασμούς του δυτικού πολιτισμού και τί στον κόσμο – αυτό είναι ό,τι πιο κοντινό στον παράδεισο· κι είναι αυτό που θα αναζητήσουν οι περισσότεροι άνθρωποι μετά τους εμβολιασμούς και τις κάρτες ελεύθερων (πια) ταξιδιών, όπως γράφουν όλες οι έρευνες: Μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Αυτό, αυτό το πρώτο σου ταξίδι μετά το τέλος του κακού, θα ‘ναι ένα ταξίδι που δεν θα ‘χει πια καμία σχέση με το τι είδες και τι ανέβασες στο Instagram σου για να δουν όλοι οι άλλοι, αλλά με το τι αισθάνθηκες εσύ.
Ο φόβος, εκ των πραγμάτων και πολύ ορθά, κάνει σήμερα το ταξίδι «προσεκτικό»· αλλά ένα ταξίδι με προφυλάξεις αφαιρεί το κομμάτι εκείνο της χαράς που το κάνει να διαφέρει από μια βόλτα με το αυτοκίνητο ή μια εκδρομή μέχρι το γραφικό σου χωριό: Τη χαρά του πάρτι. Το έκανα τον προηγούμενο μήνα, πάλι για τη δουλειά, ύστερα από άλλα κι άλλα, πολλά ταξίδια, μέσα στην πανδημία, κι είπα πια στον εαυτό μου πως «τέρμα, αυτό θα ‘ναι το τελευταίο με αυτές τις συνθήκες· αυτό το πράγμα είναι σα να επιμένεις να οδηγείς στο δρόμο με σκασμένο λάστιχο, σιγά σιγά, προχωρώντας για να φτάσεις κάπου αλλά κουτσαίνοντας»: PCR τεστ, συμπλήρωση επίσημης φόρμας, μάσκα στο αεροδρόμιο με μερικές ανάσες μόνο στις τουαλέτες μέσα, διπλή μάσκα μετά στο αεροπλάνο χωρίς καθόλου φαγητό ή καφέ (πόσο υποκριτικό είναι αυτό που γίνεται από όλες τις αεροπορικές εταιρείες να σερβίρουν ενώ ακουμπάς ήδη τον διπλανό σου χωρίς κανένα μέτρο προστασίας, χωρίς μάσκα, μέχρι να τελειώσεις το προσφερόμενο γεύμα), rapid τεστ ξανά στη χώρα άφιξης, έλεγχος της φόρμας δήλωσης, αυτοπεριορισμός -αν δεν θες να ρισκάρεις το τσουχτερό πρόστιμο- για άλλες επτά μέρες συνήθως, ξανά μανά τα ίδια για την επιστροφή και με την ευχή να μην έχεις κολλήσει στο μεταξύ και βγει θετικό το νέο PCR τεστ μένοντας για τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες στην ξένη χώρα όπου βρίσκεσαι κι αποχαιρετώντας εκ του μακρόθεν τη Λάρνακα που χάνεις και που προγραμμάτισες να ξαναγυρίσεις – πολλή κούραση, πολύς χαμένος χρόνος, πολλή άσκοπη περιπέτεια, για μια ενέργεια που κανονικά προϋποθέτει την διαθεσιμότητά σου στην ευδαιμονική ευχαρίστηση. Πολύ μεγάλο ξεκοκάλισμα των αντοχών.
Έβλεπα κάτι ηλικιωμένους την προηγούμενη βδομάδα στο Εμβολιαστικό Κέντρο της Διεθνούς Έκθεσης με εκείνο το μικρό καρτελάκι της κυβέρνησης στα χέρια της απόδειξης εμβολιασμού τους σφραγισμένο και υπογεγραμμένο και ζήλεψα· διαβατήριο απελευθέρωσης πιο ισχυρό κι απ’ το συμβατικό που το μοσχοπουλάμε σε ξένους με αντάλλαγμα τα πανάκριβα ρετιρέ σε πύργους. «Φέρτε ό,τι περίσσεψε. Φέρτε απ’ της Astra Zeneca που το σνομπάρουν. Βρείτε έναν που το απέρριψε και περιμένει να πετύχει “το καλό το εμβόλιο” στην επόμενη ηλεκτρονική εγγραφή εμβολιασμών του ΓΕΣΥ για να μου το κάνει δώρο· ποιος θα το πάρει χαμπάρι;». Ο νοσηλευτής γέλασε. Ο τυχερός. Ο «προνομιούχος». Ο τριαντάχρονος και -εξ ανάγκης- ήδη εμβολιασμένος. Πού να καταλάβαινε με πόση ελευθερία είχε ήδη εμβολιαστεί;
Τα απελευθερωμένα απ’ το φόβο της αρρώστιας επόμενα ταξίδια που θα ζήσουμε δεν θα ‘χουν τίποτα στην οπτική τους και στην αφή τους απ’ τα παλιά. Θα ‘χουν λύσσα· τη λύσσα της στέρησης. Αναθεωρώντας, με νέα μάτια, στερημένα, την όψη στο κάθε καινούργιο καλντερίμι και ανθρώπους ανοιχτούς στο μυαλό και στην καρδιά που θα σκέφτονται πως -ακόμη κι αυτό- δεν είναι δεδομένο και πως ίσως να ‘ναι το τελευταίο για πολύ καιρό πάλι· ένας ενδεχόμενος νέος ιός, μια νέα υγειονομική κρίση και καινούργιοι εγκλεισμοί που σκορπάνε στους πέντε ανέμους τα άλλοτε δεδομένα είναι πιθανοί.
Γι’ αυτό ανυπομονώ. Με αγωνία άγρια. Γι’ αυτό βλέπω αυτή τη φωτογραφία από την παραλία της Σμύρνης -της Σμύρνης της καρδιάς μου- και μου ‘ρχονται δάκρυα στα μάτια. Για το πρώτο εκείνο ταξίδι του μέλλοντος· για το ταξίδι της κανονικότητας.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 4.4.2021.