Κάθε παράσταση, ακόμα κι αυτή που θυμάσαι αμυδρά, μοιάζει μ’ ένα κύκλο στην τομή του δένδρου.
Είχα οργανώσει στο μυαλό μου τη βδομάδα που μόλις διανύσαμε: το Σάββατο, στις 12/12, θα πήγαινα στο «Κτήνος στο φεγγάρι». Ήταν σημαντικό, όλο το αρμένικο μου είναι, που χτυπιέται εδώ και μήνες από συμπόνια και απελπισία για όσα συμβαίνουν εκεί στην πατρίδα, επιθυμούσε να μεταφέρει τα συναισθήματά μου στο επίπεδο του θεάτρου και να εισπράξει συγκίνηση και ανακούφιση από το πικρό και τρυφερό έργο του Καλινόσκι.
Την Κυριακή θα πήγαινα στο ARTos, ήμουν περίεργη τι είναι αυτά τα LemonsΧ4, εξάλλου πάντα μου αρέσει να βλέπω την Άντρια Ζένιου και τον Μάριο Κωνσταντίνου. Μετά θα ερχόταν στη Λευκωσία το Σκάλα με τη «Μαύρη κωμωδία», γιατί όχι, όλα μαύρα είναι έτσι και αλλιώς, ό, τι πρέπει να πάω την Τρίτη. Μετά ο Αραούζος, δεν είχα δει αυτό το έργο των Ρέππα- Παπαθανασίου. Θα έβγαινε πρεμιέρα η Κάσιου με το «Θαμμένο παιδί», δεν είχα κρατήσει, αλλά το περίμενα πολύ- τέτοιο έργο, τέτοια ομάδα. Και μετά θα ερχόταν η ΕΘΑΛ με τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας». Αλλά όχι, ο μπαλτάς των μέτρων έπεσε.
Λόγω συσσωρευμένων προσδοκιών το σύνδρομο στέρησης έγινε αισθητό αμέσως. Και τότε κατάλαβα ότι έχω τη δυνατότητα να ζήσω με ένα είδος θεατρικού υποκατάστατου. Μήνες πριν, στον προηγούμενο εγκλεισμό, είχα αποφασίσει να δώσω λύση έστω και σ’ ένα πρόβλημα από τα πολλά που με περικύκλωναν. Να απαλλαγώ, έτσι το αισθανόμουν τότε, από την τεράστια ποσότητα παλιών θεατρικών προγραμμάτων, που είχαν πλημμυρήσει τη βιβλιοθήκη μας και που ξεχύνονταν σε άτακτες στοίβες παντού. Βάρβαρο θα ήταν να τα στείλω στην ανακύκλωση, κάποιος κάπου θα τα χρειάζεται ίσως, τόσους θεατρολόγους έχουμε. Και μετά από διαβουλεύσεις με σχετικούς ανθρώπους, αποφάσισα να τα στείλω στο Θεατρικό Μουσείο, στη Λεμεσό.
Κάθε φορά όμως που πλησίαζα μια από τις στοίβες και τραβούσα έξω ένα από τα προγράμματα, αυτόματα ενεργοποιούταν ένα σύστημα αναζήτησης. Είναι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί κάποιος να παίξει ένα παρόμοιο παιχνίδι με τα οικογενειακά άλμπουμ. Με μια παλιά φωτογραφία μπορεί να αναστηθεί με λεπτομέρειες κάποια εκδρομή, τα συναισθήματα εκείνης της ημέρας, τα πρόσωπα ανθρώπων που συμμετείχαν, η αίσθηση της τότε ηλικίας σου. Άλλες παραμένουν βουβές, δεν εντοπίζονται στη μνήμη, ωσάν να μην σε αφορούν. Έτσι και με τα προγράμματα. Μερικά ανακαλούν αμέσως την παράσταση, οι ηθοποιοί στις φωτογραφίες αρχίζουν να μιλούν με γνώριμες φωνές, η εντύπωση που τότε σχηματίστηκε, έρχεται σαν ανάμνηση μυρωδιάς ή γεύσης.
Υπάρχουν όμως και άλλες περιπτώσεις όπου το πρόγραμμα έχει καταντήσει βουβό και άψυχο αντικείμενο και δεν πατάει κανένα κουμπί της μνήμης, τόσο που άρχισα να ανησυχώ για πρώιμο Αλτσχάιμερ (όχι και τόσο πρώιμο, τώρα που το σκέφτομαι). Πάντως, έτσι σπασμωδικά η δουλειά δεν γινόταν. Και τώρα σε μια προσπάθεια να τελειώσω μ’ αυτό το θέμα, τα έχω βγάλει όλα από τα ράφια, τα έχω απλώσει κάτω, και κάθομαι σε μια παιδική καρεκλίτσα, σαν ναυαγός εν μέσω θεατρικής θάλασσας. Να είναι καλά ο εγκλεισμός, λίγοι επισκέπτες θα περάσουν από το σπίτι αυτή την εβδομάδα, και οι δικοί μου δείχνουν κατανόηση. Προσπαθώ να ταξινομήσω τα προγράμματα χρονολογικά και να τα βάλω σε χαρτοκιβώτια.
Εκτός από την ιστορία του θεάτρου παράλληλα περνά από τα χέρια και τα μάτια μου η ιστορία του τόπου. Η αισθητική της κάθε δεκαετίας (και μιλούμε για τέσσερις, τα πιο παλιά αφορούν τα ‘80) αποτυπώνεται στα θεατρικά προγράμματα. Οι περίοδοι οικονομικών κρίσεων επίσης, όταν τα προγράμματα αντικαθίστανται από φυλλάδια. Θεατρικές ομάδες γεννιούνται, αποκτούν όνομα και εξαγγέλλουν αισθητικά κρέντο, και χάνονται αφήνοντας μόνο αυτά τα ίχνη – μερικά προγράμματα. Άλλα σχήματα εντυπωσιάζουν με την επίμονη σταθερότητά τους. Πόσο νέοι και όμορφοι είναι οι ηθοποιοί, παράλληλα με τους οποίους γεράσαμε κι εμείς… Ο Λούρας, η Αννίτα, η Τζένη, η Μίχα, ο Βαρνάβας… Πόσοι άνθρωποι του θεάτρου χάθηκαν… (Κοιτάζω την αφίσα- πρόγραμμα, όπως συνηθίζει το Σατιρικό, από την παράσταση του «Άντε, γεια!» με τον νέο Παντελή Άντωνα). Μπορείς να επικοινωνήσεις ξανά με τους σκηνοθέτες, να διαβάσεις τα σημειώματά τους ανακαλώντας στη μνήμη τη φωνή τους (σαν να ακούω τον Εύη να διαβάζει αυτά που έγραψε για τις «Όρνιθες»).
Αχ, να η «Εκάβη» του Χαραλάμπους, τι κοστούμι έκανε ο Αντωνόπουλος για τη Δέσποινα και πώς αυτή έπαιζε… Πόσοι επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να συνεχίσουν τη ζωή τους εκτός θεάτρου… Τι είναι αυτό το κουτάκι; Είναι το πρόγραμμα του «Ορλάντο» με τη Στέλα… Ο ΘΟΚ κάποτε αποφάσιζε να ταιριάξει τα προγράμματά του με την αισθητική της εκάστοτε παραγωγής και κάποτε να τα τυποποιήσει. Πόσο άλλαζε η ρεπερτοριακή πολιτική του ΘΟΚ και η επιλογή συνεργατών, όταν άλλαζε και ο διευθυντής του Οργανισμού.
Ξεχωρίζω τα προγράμματα ελλαδικών, αγγλικών, ρωσικών, αρμενικών παραστάσεων, των παραστάσεων από το Φεστιβάλ Εδιμβούργου, από τις διοργανώσεις του Ευρωπαϊκού Βραβείου Θεάτρου. Θα χωρέσουν τα κυπριακά σε δέκα χαρτοκιβώτια που ετοίμασα; Αλήθεια, τα έχω δει όλα αυτά; Κι αν δεν τα είχα δει, πώς θα ήμουν σήμερα; Κάθε παράσταση, ακόμα κι αυτή που θυμάσαι αμυδρά, μοιάζει μ’ ένα κύκλο στην τομή του δένδρου, που δείχνει την ηλικία του. Κι αυτοί από μας που έχουν δει πολλές παραστάσεις πρέπει να μοιάζουν με μπαομπάμπ, ξέρετε, μ’ εκείνα τα παχιά παχιά δένδρα της Μαδαγασκάρης.
Τελικά, τι βάζω στα χαρτοκιβώτια; Τη ζωή μου;