Βάκης Λοϊζίδης: «Αγκαθερά», εκδόσεις Αντηρίδα, 2020.

Ο Βάκης Λοϊζίδης είναι ένας ποιητής που δεν επαναπαύεται στις στυλιστικές, υφολογικές, θεματικές και γενικά στις αισθητικές του δάφνες. Βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση και σε συνεχή εγρήγορση. Δεν αρέσκεται να επαναλαμβάνει εαυτόν και, σχεδόν κατά κανόνα, το επιτυγχάνει. Σε κάθε νέα εκδοτική εμφάνιση του εντοπίζω νεωτερικές προσπάθειες και πειραματισμούς, τόσο στη φόρμα όσο και στο περιεχόμενο.

Η δέκατη ποιητική συλλογή του Β.Λ., ύστερα από παρουσία ενός τετάρτου του αιώνα στα γράμματα, φέρει τίτλο «Αγκαθερά» και είναι γραμμένη σχεδόν εξολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο.

Το ευσύνοπτο νέο βιβλίο του συγγραφέα περιλαμβάνει μόλις 23 ποιήματα που στην πλειοψηφία τους κινούνται στη σφαίρα της δημοσιολογίας, αρθρώνοντας, κατά βάση, πολιτικό λόγο. Ένα λόγο που ελαύνεται από την κυπριακή πραγματικότητα και είναι φορτισμένος ή μάλλον έμφορτος με κριτική οξύνοια, καυστικότητα, σαρκασμό και οργή.

Δεν γνωρίζω εάν είναι το ιδίωμα που οδήγησε τον ποιητή στα πολιτικά ερεθίσματα ή εάν συνέβη το αντίθετο. Διαπιστώνω όμως ότι ο συγκερασμός κυπριακού ιδιώματος και κυπριακής πολιτικής πραγματικότητας, υπήρξε επιτυχής, άκρως λειτουργικός και επαρκέστατος. 

 

Ο ποιητής αναδεικνύει αστικές μνήμες των προγόνων του – παππού, γιαγιάς, θείου, ενδεχομένως και άλλων που δεν υποδεικνύονται ονομαστικά – προκειμένου να οδηγηθεί στην εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων για τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Αντλώντας από τα οικογενειακά βιώματα, οδηγείται σε εκτιμήσεις και κρίσεις, που χαρακτηρίζονται από οξύνοια και κριτική έφεση.

Οι συναφείς παρεμβάσεις του Β.Λ. είναι άμεσες, σκληρές και δηκτικές. Αποπνέουν δε μια αίσθηση πίκρας και δίκαιης οργής: «Μυρίζει γιασεμί, η Χώρα ζει / με θκυο γενιές συρματόπλεγμα / μες στην καρκιάν της ξαπολυμένον». (σελ. 12)

Οι στίχοι του ποιητή μοιάζουν βγαλμένοι από τα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ των ημερών μας: «Μοσχοπουλούμεν  τούντην / κουτσόφτερην υπηκοότητα / γεμάτοι περηφάνεια / Κτίζουμεν καπάλιν / είμαστεν συνκατακτητές / Πιστέψετέ με / ‘Όμορφη Κύπρος / κατάπιε μας να πνάσεις». (σελ. 21)

Ο δημοσιολογικός λόγος του ποιητή είναι τραχύς, βαρύς, τσεκουράτος. Ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό να γίνεται σε βάρος της αισθητικής πραγμάτωσης, αλλά είναι πάντα υπέρ της πολιτικής νοηματοδότησης.

Η πολυπολιτισμικότητα δελεάζει τον Β.Λ. και συχνά την εξυμνεί. Γενικά, η πανδαισία της πολυποικιλότητας τον μαγεύει. Ό,τι κι αν αφορά, χρώματα, αρώματα, μουσικές, γεύσεις, γλωσσικά μορφώματα κλπ. Π.χ.: «Το κύμβαλο έφερε στην πόλη / ένας Αρμένης / Η Λευκωσία είναι όμορφη / γιατί δεν είναι αμιγώς Ελληνική». (σελ. 27)

Μέσα από τη συλλογή  «Αγκαθερά» αναδεικνύεται στέρεα και η ποιητική του Β.Λ. Το πάθος του ποιητή για τις λέξεις, κυρίως τις ιδιωματικές, προβάλλει μέσα από τις συνομιλίες του με βάρδους της ντοπιολαλιάς, Βασίλη Μιχαηλίδη και Δημήτρη Λιπέρτη. Ο Β.Λ. αναλύει το ειδικό βάρος των ιδιωματικών λέξεων, όχι μόνο την ετυμολογία και την προέλευσή τους, αλλά και τον ιδιαίτερο φόρτο που φέρει η κάθε μια από αυτές. Και αναφέρομαι σε συναισθηματικό και αισθητικό φόρτο, σε καλολογικό και στυλιστικό φόρτο, και όχι μόνο. Αυτή η πολυσύνθετη προσέγγιση δείχνει και το δέος του ποιητή μπροστά στις λέξεις. Για παράδειγμα, απευθυνόμενος στον Βασίλη Μιχαηλίδη, αποφαίνεται: «Εν ‘ποταυρίζουσιν νοήματα οι λέξεις / στέκουν αγκαθθερές / τζιαι την κρυφή τους ομορφκιάν / χρειάζεται κόπος πολλύς / για να την νιώσεις / Φόκον διούν / τζ’ αλίμονον σε τζείνους που θαρκούνται / πως οι λέξεις μες στο ποίημα γεροκομούνται». (σελ. 16)

Σε μια δεύτερη απόπειρα διαλόγου με τον Βασίλη Μιχαηλίδη, ο Β.Λ. πλαισιώνει το καλολογικό στοιχείο με την πολιτική ανάλυση. Θα χαρακτήριζα το ποίημα που θα παραθέσω στη συνέχεια, ως εγχείρημα προσγείωσης του όποιου μεγαλοϊδεατισμού στα όρια της ρεαλιστικής εικόνας των πραγμάτων. Ο σύγχρονος ποιητής εισάγει τον πατριωτικό ρεαλισμό, έναντι του πατριωτικού ιδεαλισμού του εθνικού μας ποιητή. Κι αυτό επιτάσσουν οι σύγχρονοι καιροί, αντί των εθνεγερσιών του παρελθόντος και του ρομαντικού αλυτρωτισμού της εποχής του Βασίλη Μιχαηλίδη: «Εσκλάβωσες μας / με τούν’ τον φουμισιάρικον / δεκαπεντασύλλαβον Βασίλη / που θέλεις σώνει τζιαι καλά / τη ρωμιοσύνη / συνότζαιρην του κόσμου / Οι μιάλες ιδέες / εφέρασιν μονόδρομον / Όπου τζιαι να δικλίσεις / εν’ κρεμμός / Μόνον οι πέτρες / εν’ συνότζαιρες του κόσμου». (σελ. 18)

Στο διάλογο που επιχειρεί ο Β.Λ. με τον Δημήτρη Λιπέρτη εμφιλοχωρούν και ψήγματα κριτικής λογοτεχνίας, ουδόλως αβάσιμα, τα οποία, μάλλον φαινομενικά, δεν υιοθετεί ο σύγχρονος ποιητής: «Κάτι γραμματιζούμενοι βρίσκουν σε πληθωρικόν / τζ’ αγκιλωμένον  στου παλιού τζιαρού τα ήθη. / Λαλούν σε λεξιθήραν. Μόνον το Βούττημαν / προσκυνούν. Εν’ εν’ πράματα τούτα». (σελ. 33)

Ο Β.Λ. συνδιαλέγεται και με τους κλασικούς εικαστικούς δημιουργούς της πατρίδας μας, όπως ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής και ο περίφημος πίνακάς του «Ο κόσμος της Κύπρου». Εδώ ο ποιητής αποτολμά την ενάσκηση κριτικής εικαστικών αλλά και ευρύτερων ουσιαστικών προδιαγραφών. Η ανάλυση του ποιητή είναι ενδιαφέρουσα, καθώς συνδυάζει την αισθητική με την πολιτική παρέμβαση.

Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, στιγμές του βιβλίου. Πρόκειται για ένα ενδοσκοπικό ποίημα – επιστροφή στην παιδική ηλικία του Β.Λ. Αποδεικνύεται πως αυτή η τεράστια δεξαμενή άντλησης εμπνεύσεων και ερεθισμάτων ενεργοποιείται εύστοχα, εύστροφα και ευφάνταστα και στο κυπριακό ιδίωμα: «Που’ μουν μιτσής η μάνα μου / εν μ’ άφηνεν να τρώω οξυνούθκια / Ελάλεν μου πως στους αγρούς κατουρούν τ’ αδέσποτα / Άμα τα δω τζ’ ανθίσουσιν την άνοιξη / μαζί με τες λαψάνες, κόφκω θκιο τρία / γεύκουμαι τα / Εν’ σαν το γιατρικό / π’ αννοίει δρόμους στο θυμητικό / Γινίσκουμαι άτακτο μωρό / Στη ζωήν ούλλον ομπρός εν’ γίνεται / πρέπει τζιαι να γυρίζεις πίσω». (σελ. 31)

g.frangos@cytanet.com.cy