«Ο άνθρωπος μαξιλάρι» του Μάρτιν ΜακΝτόνα σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.

Από τη στιγμή που εισέρχεσαι στον χώρο του Θεάτρου Ανεμώνα και αντικρίζεις το πολυδαίδαλο σκηνικό της Θέλμας Κασουλίδου, βγαλμένο από τη φαντασία του Τιμ Μπάρτον και μ’ έναν… σκελετό να στρογγυλοκάθεται σε περίοπτη θέση, σε πιάνει ένα σφίξιμο. Κι όταν αρχίζει η δράση, δεν τολμάς ούτε να βήξεις. Όχι μόνο επειδή ζούμε με κάθε επισημότητα σε εποχές καχυποψίας κι επισφάλειας, αλλά και για να μη διαταράξουμε τις ακραίες ισορροπίες που υφαίνει η πυριγενής και δηλητηριώδης γραφίδα του Μάρτιν ΜακΝτόνα.

Ο διεθνώς καταξιωμένος Ιρλανδός δραματουργός έχει μεγάλη πέραση και στην Κύπρο κι απολαμβάνουμε εξίσου τη στοργική του σπουδή να κάνει πραγματικότητα τους χειρότερους εφιάλτες μας. Δεν συμβαίνει άλλωστε για πρώτη φορά ν’ ανεβαίνουν παράλληλα δύο έργα του από διαφορετικούς θιάσους την ίδια περίοδο στο νησί.

Το Θέατρο Ανεμώνα επέλεξε για την παραγωγή του έναν τίτλο που να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στον πρωτότυπο «The Pillowman», για το βραβευμένο με Ολίβιε έργο που καθιέρωσε τον ΜακΝτόνα στα πρώτα στάδια της πορείας του. Κι εγένετο ο «Άνθρωπος μαξιλάρι», σε αντίθεση με τα πιο πιασάρικα ονόματα «Πουπουλένιος» ή «Μαξιλαρένιος» που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για τις προηγούμενες ελλαδικές και κυπριακές παραγωγές που αποτόλμησαν να καταπιαστούν με το δημοφιλές όσο και γριφώδες κείμενο.

Κι ο Βαρνάβας Κυριαζής δοκίμασε μια νευρώδη προσέγγιση που τιθασεύει -χωρίς να καλουπιάζει- τον χειμαρρώδη λόγο του συγγραφέα, για να επενδύσει στον σπινθηροβόλο ρυθμό και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα. Αν σκοπός του είναι να καταστήσει αδύνατο για τον θεατή να αποσύρει έστω και παροδικά το ενδιαφέρον του για τα σκηνικά δρώμενα, τότε το κατάφερε, διατηρώντας την ένταση σε υψηλά επίπεδα σε καθένα από τα 7200 δευτερόλεπτα της παράστασης.

Για να το πετύχει βέβαια αυτό έπρεπε αφενός να αναδείξει όλες τις αρετές του κειμένου, το ύφος του, τις παραβολές του, την αφηγηματική του δεινότητα, τη δημιουργική τρέλα, την υπερβατική φαντασία, το μακάβριο χιούμορ που εναλλάσσεται πυρετικά με την τρυφερότητα. Και αφετέρου να συγκρατήσει τον πυκνό, πολύλαλο κι επαναληπτικό λόγο και τα ορμητικά αναβλύσματα της φαντασίας του ΜακΝτόνα. Πράγματι, αφαιρεί χειρουργικά ό,τι νιώθει πως δεν του χρειάζεται χωρίς να τσεκουρώνει το κείμενο. Χτίζει πάνω στο πνεύμα του έργου, αναδεικνύοντας αυτή τη μεταμοντέρνα, στοχαστική σάτιρα πάνω στην ιερή ματαιότητα της γραφής και τη μάταιη ιερότητα της υστεροφημίας. Είναι μια προσέγγιση κρυστάλλινη όσο και διερευνητική, ευδιάγνωστη όσο και υπαινικτική.

Εκτός από το σκηνικό, βγαλμένα από δυστοπικό μπαρτονικό παραμύθι φαντάζουν τα κοστούμια, το μακιγιάζ, οι κομμώσεις. Φόνοι, ακρωτηριασμοί, διαμελισμοί, θαψίματα ζωντανών, βλασφημίες, βασανιστήρια. Παραστατική και στιλιζαρισμένη βία, βιτριολικό χιούμορ, διαταραγμένοι χαρακτήρες, ηλεκτρισμένοι διάλογοι, περιγραφικές εξιστορήσεις, επιμέρους φρικαλέα παραμύθια μέσα στον κεντρικό αφηγηματικό άξονα, ένα ονειρικά απειλητικό κλίμα παραδοξότητας και παραλογισμού, με φόντο την ακαταμάχητη δύναμη της λογοτεχνίας.

Η παραγωγή του Ανεμώνα δεν προδίδει το ύφος του συγγραφέα με την αχανή χοάνη επιρροών, στο βάθος της οποίας γελούν διαβολικά οι Αδερφοί Γκριμ κι ο Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Φραντς Κάφκα κι ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Χάρολντ Πίντερ κι ο Ντέιβιντ Λιντς.

Πλαισιωμένος από μια πειθαρχημένη υποκριτική ομάδα, ο Μαρίνος Ξενοφώντος ενσαρκώνει έναν Καντούριαν Κ. Καντούριαν υποχωρητικό όσο και αποφασισμένο: εφιαλτικά στριμωγμένο στη μέγγενη μιας αδυσώπητης δύναμης, αλλά και ανενδοίαστα έτοιμο να θυσιάσει τη ζωή τη δική του και του αδερφού του προκειμένου να σώσει τα γραπτά του.

Η ποιητική της αλλοτρίωσης, του άγχους, της ενοχής, ξεπηδούν μαζί με την έννοια της μυθοπλασίας ως οχήματος κοινωνικού σχολιασμού, αλλά και εξυμνώντας την ίδια την αυταξία του γραψίματος: «δεν προσπαθώ να πω απολύτως τίποτα» επαναλαμβάνει ο κεντρικός ήρωας, που εμφανίζεται αλαζονικά παραδομένος στην ενστικτώδη, ζωτική, πρωταρχική ανάγκη να εφευρίσκει ιστορίες. Επειδή, εκτός από το γεγονός ότι είναι τερπνές, δύνανται να υπερβούν το πεπερασμένο και το οδυνηρό της ζωής του συγγραφέα τους.

Φιλελεύθερα, Κυριακή 13/09/20