H όπερα «La Serva Padrona» στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια.
Αυτή η πρεμιέρα ήταν διαφορετική. Και όχι μόνο λόγω πανδημίας. Πολλά έχουν γραφτεί, για τα νέα δεδομένα, λογοτεχνικά και περίτεχνα, όμως η πραγματικότητα παραμένει σκληρή και αναλλοίωτη. Την καλλιτεχνική απραξία προσπαθεί να αφήσει πίσω του ο κόσμος του πολιτισμού, με φανερό το μούδιασμα και έκδηλη την ανησυχία για το αβέβαιο μέλλον. Διαφορετική ήταν φυσικά και από τις πρεμιέρες που με έχουν συνηθίσει τα θέατρα της Βιέννης με τις μεγαλεπήβολες παραγωγές και τις πειραματικές προσεγγίσεις.
Η παρθενική παρουσίαση όπερας στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια δεν μπορεί να έχει αντικειμενικά σημεία αναφοράς για τα καλλιτεχνικά πρότυπα, πόσο μάλλον υψηλές απαιτήσεις για πειραματισμούς και φυσικά δεν μπορεί να κριθεί με τα αυστηρά κριτήρια των ακριβών παραγωγών του εξωτερικού. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένα έργο ολιγάριθμων συντελεστών, με μικρό μουσικό σχήμα και την απουσία χορωδίας. Η γενναία όμως απόφαση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ να συμπεριλάβει το πληρέστερο θεατρικό και μουσικό είδος στο πρόγραμμα του φετινού «πανδημικού» φεστιβάλ, θεωρώ ότι τον δικαίωσε απόλυτα. Η τεχνογνωσία των συντελεστών απέδειξε ξεκάθαρα πως η όπερα ως είδος, μπορεί να διεκδικήσει σημαντική θέση στον κορεσμένο χώρο των εν Κύπρω θεατρικών παραγωγών, εγχώριων και εισαγόμενων.
Η διάσημη opera Buffa του Τζοβάνι Μπαττίστα Περγκολέζι «La Serva Padrona» (Η Υπηρέτρια Κυρία) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο του Αγίου Βαρθολομαίου στη Νάπολη το 1733 ως ένα κωμικό ιντερμέδιο στα διαλείμματα μεγάλων δραματικών έργων. Χαίρει μεγάλης αναγνώρισης ως ένα μεταβατικό έργο ανάμεσα στη μπαρόκ και την κλασική περίοδο, όπου με καυστικό χιούμορ πραγματεύεται την κυριαρχία της νεότητας στο κατεστημένο, τον κοινωνικό ρατσισμό, την εκμετάλλευση του έρωτα. Κοινωνικά ζητήματα υπέροχα κρυμμένα και ταυτόχρονα ανελέητα εκτεθειμένα στο κείμενο, τη μουσική και τις πράξεις των τριών χαρακτήρων.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας. Ο Ουμπέρτο, ένας εργένης προχωρημένης ηλικίας, είναι εξοργισμένος με τη νεαρή υπηρέτριά του Σερπίνα, η οποία είναι ατίθαση και δεν του δείχνει τον παραμικρό σεβασμό. Για να την τιμωρήσει, διατάζει τον υπηρέτη του, Βεσπόνε, να του βρει μία σύζυγο, η οποία θα εξοστρακίσει τη Σερπίνα από το σπίτι. Η πανέξυπνη Σερπίνα παίρνει τον Βεσπόνε με το μέρος της και καταστρώνει ένα σχέδιο για να ξεγελάσουν τον κύριο τους ώστε να παντρευτεί την ίδια.
Η πρεμιέρα του έργου στα Κύπρια 2020 δόθηκε στο Δημοτικό θέατρο Λευκωσίας στις 5/6, με την προσέλευση του κοινού να κρίνεται ικανοποιητική, τόσο λόγω πανδημίας, περισσότερο δε του καύσωνα που ταλαιπωρούσε την πρωτεύουσα. Ομολογώ πως η αδημονία της έναρξης του έργου αντικαταστάθηκε στη σκέψη μου από τις καλοκαιρινές ενδυμασίες των παρευρισκόμενων ως μια ευχάριστη αλλαγή από τις μαύρες γραβάτες και τις πολύχρωμες τουαλέτες των Ευρωπαϊκών Staatsoper.
Η πρώτη θετική εντύπωση ήρθε από την εξαιρετική παρουσία της Γκεργκάνα Γκεοργκίεβα ως προσκεκλημένης μουσικού στην εκτέλεση της κλαβινόβας, ειδικά στα σολιστικά μέρη, ενώ τα έγχορδα της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου ανέδειξαν για ακόμα μια φορά την ευελιξία τους, δικαιώνοντας όσους ζητούν την συμπερίληψη σκηνικών έργων στο ρεπερτόριο της ΣΟΚ. Αρκεί να θυμηθούμε πως οι μουσικοί της ορχήστρας έχουν πείρα χρόνων σε πολύ μεγαλύτερα έργα από τη συμμετοχή τους στις όπερες του Pafos Aphrodite Festival.
Τόσο ο βαρύτονος Γιώργος Ιωάννου, όσο και η υψίφωνος Έλενα Πατσαλίδου απέδειξαν πέραν πάσης αμφιβολίας την καλλιτεχνική ποιότητα που διαθέτει η κυπριακή τραγουδιστική σκηνή. Δύο πολύ καλοί τραγουδιστές που με την πρώτη επαφή κέρδισαν τη σκηνή και το κοινό. Ανέδειξαν τις πολλαπλές τους δυνατότητες, τόσο φωνητικά όσο και στο υποκριτικό κομμάτι, με σωστό στήσιμο και φωνητική προβολή. Οι κωμικές παρεμβάσεις ενός εξαιρετικού Βεσπόνε στο πρόσωπο του Ευριπίδη Δίκαιου ήταν τα σημεία αναφοράς στη διάρκεια της παράστασης, όπου η όλη σκηνική του παρουσία υποστήριζε άξια τον χαρακτήρα, ακροβατώντας έντεχνα μεταξύ του κωμικού στοιχείου και της καρικατούρας, δίχως να αποτυπώνεται το δεύτερο.
O μαέστρος, Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν, δυστυχώς αρκέστηκε σε μια τυπική ανάγνωση της παρτιτούρας, από την οποία έλειπαν ξεκάθαρα τα σημεία ενδιαφέροντος, χωρίς να καταφέρει να μείνει πιστός στον ανάλαφρο χαρακτήρα του έργου. Σε αυτό συνέτεινε βεβαίως και η επιλογή του να παρουσιαστεί η τεντωμένη εκδοχή ενός μικρού κωμικού ιντερμέδιο – το οποίο παιζόταν στο διάλειμμα μιας μεγάλης δραματικού περιεχομένου όπερας – στο ρόλο ενός έργου μεγαλύτερης διάρκειας και βαρύτητας.
Η σκηνοθεσία του Λεβ Πουλιέζε συμβατική, στεγνή στην αποτύπωση της πλοκής και την απουσία ξεκάθαρων δραματουργικών εντάσεων, ακόμα και για την κλασσική εκδοχή του έργου όπου η δραματική κορύφωση ακολουθεί μια σύντομη πορεία τριών γεγονότων. Αυτή η προσέγγιση, προσφιλής σε πιο συντηρητικούς κύκλους της ευρωπαϊκής οπερατικής σκηνής, έρχεται σε αντίθεση με τις σημερινές νόρμες που θέλουν το έργο να προβάλλει τις ανάγκες, τους προβληματισμούς και τις ιδιομορφίες του σύγχρονου ανθρώπου.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσω την αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια στα σκηνικά και τα κοστούμια εποχής της Θέλμας Κασουλίδου, τα οποία λειτούργησαν απόλυτα υποστηρικτικά στην αποτύπωση της εποχής, καθώς επίσης τους φωτισμούς της Σεσίλιας Τσελεπίδη.
Πέραν των μουσικών δυνατοτήτων και του αδιαμφισβήτητου επαγγελματισμού των τραγουδιστών, θα χρεώσω σε σκηνοθέτη και μαέστρο τις σκηνικές επιλογές, τόσο ενός νεότατου άντρα στο ρόλο του μεσήλικα Ουμπέρτο, όσο και την ανταλλαγή της μπαρόκ καπάτσας και δυναμικής Σερπίνα από μια ανάλαφρη και ρομαντική της εκδοχή (υποστηριζόμενη από, έστω ανεπαίσθητα, φολκλόρ μελίσματα σε κάποιες άριες της Πατσαλίδου). Ακόμα και με το εύρος που διαθέτει, η δραματική φωνή του Ιωάννου δεν έχει αποκτήσει ακόμα το ηχόχρωμα ενός σαραντάρη ούτε και η νεότατη σκηνική του παρουσία μπορεί να παραπέμψει σε μεσήλικα εργένη.
Όπως είπα και στην αρχή, ως η πρώτη σοβαρή παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου οπερατικού έργου για τα δεδομένα της εγχώριας καλλιτεχνικής παραγωγής, δεν μπορεί παρά η όλη προσπάθεια να βαθμολογηθεί με έντονα θετικό πρόσημο. Ειδικότερα όταν η πειθαρχία και ο επαγγελματισμός των επί σκηνής συντελεστών καταφέρνουν περίτεχνα να καλύψουν τις αδυναμίες που αναπόφευκτα θα παρουσίαζε το συγκεκριμένο έργο. Αναμφίβολα περιμένουμε συνέχεια τόσο από την παραγωγή του Φεστιβάλ Κύπρια όσο και από τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, που απέδειξαν ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος, τεχνογνωσία αλλά και καλλιτεχνικές δυνατότητες.
* Ο Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου είναι συνθέτης, μαέστρος, παραγωγός και σκηνοθέτης μουσικών παραστάσεων.