Ο Μίσα Μάισκι ερμήνευσε Σουίτες του Μπαχ για σόλο τσέλο στο Olive Grove.

Μια πράσινη όαση στην ερημιά. Με το φεγγάρι να διεκδικεί τα κεκτημένα του, καρφιτσωμένο ανάμεσα στις φυλλωσιές των πεύκων και των ελαιόδεντρων. Με τον ατμοσφαιρικό φωτισμό να δημιουργεί αισθητική προδιάθεση και το διακριτικό τερέτισμα των τζιτζικιών να παράγει μια εύξεινη μουσική υπόκρουση. Τα αεροσκάφη, σαν διαστημόπλοια με κόκκινα και πράσινα φώτα, ακολουθούν ευλαβικά τον αεροδιάδρομο ακριβώς πάνω από τον Δελίκηπο, προσθέτοντας στην ειδυλλιακότητα της όλης συνθήκης.

Μου είχε λείψει το Olive Grove. Και το γεγονός ότι ένας από τους πιο αξιοκρόατους σολίστες της εποχής μας, ο Μίσα Μάισκι, θα βρισκόταν εκεί για να ερμηνεύσει τα πιο απαιτητικά και κομβικά έργα που έχουν γραφτεί για το σόλο ρεπερτόριο του βιολοντσέλου, «απογείωνε» την προοπτική σε εξαιρετικά θελκτική.

Είναι εντυπωσιακή η σκέψη ότι αυτό το συγκεκριμένο όργανο που άκουγα να σπινθηροβολεί τις αιώνιες νότες από τις Σουίτες του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ κατασκευαζόταν από τον Ντομένικο Μοντανιάνα στη Βενετία την ίδια εποχή που ο Γερμανός μουσουργός τελειοποιούσε τα συγκεκριμένα έργα στο Κέτεν. Βιοποριζόμενος ως καπελμάιστερ σε μια μάλλον αδιάφορη γερμανική κωμόπολη των αρχών του 18ου αιώνα, ο Μπαχ διήνυε μια από τις πιο αποδοτικές περιόδους της ζωής του. Πάνω στις συγκεκριμένες περίπλοκες σουίτες, που 300 χρόνια μετά εξακολουθούν να προκαλούν δέος στους τσελίστες, ο συνθέτης ήταν λες και προσπαθούσε να επεκτείνει τις δυνατότητες του οργάνου.

Ο Μάισκι, περήφανος μαθητής του Μστισλάβ Ροστροπόβιτς και του Γκρέγκορ Πιατιγκόρσκι –το πληκτρολογείς και τρέμουν τα χέρια σου-, έχει πει ότι αν η μουσική ήταν η θρησκεία του, τότε οι σουίτες αυτές θα ήταν κάτι σαν Βίβλος. Όμως, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο ίδιος είναι μαλλον… αιρετικός, κρίνοντας από το γεγονός ότι παίρνει τη -νοητή- παρτιτούρα του Μπαχ και την ερμηνεύει από καρδιάς προσθέτοντας τις δικές του επιδραστικές «παρατηρήσεις».

Όσο ειδυλλιακές περιγράφονται οι συνθήκες στον χώρο, άλλο τόσο αντίξοες μπορούν να εκληφθούν. Ελάχιστοι από τους κανόνες που διέπουν συνήθως μια κλασική συναυλία μπορούν να τηρηθούν στην αγκαλιά της εξοχής. Από την άνεση των θεατών και του ερμηνευτή, μέχρι την ακουστική. Πάρα τις τέλειες καιρικές συνθήκες, ο ανοιχτός χώρος έχει το κουσούρι να εξουδετερώνει την αντήχηση –προϋπόθεση ζωτικής σημασίας για ένα όργανο όπως το βιολοντσέλο. Όμως ο κοσμοπολίτης Μάισκι μπορεί να έχει παίξει σε μερικές από τις πιο ξακουστές και ακουστικά άψογες αίθουσες στον πλανήτη, αλλά είναι μαθημένος και σε εναλλακτικά, αφιλόξενα περιβάλλοντα, όπου του δίνεται η ευκαιρία να συνδιαλλεχθεί με τη φύση. Η σχετική εμπειρία του φάνηκε από το γεγονός ότι δεν προσπάθησε να αντιπαρατεθεί με τις αντιξοότητες, αλλά αφέθηκε να εγκλιματιστεί.

Το ενδεχόμενο οι νότες να φτάνουν ξεθυμασμένες στις πίσω θέσεις, δεν τον πτόησε ώστε να πέσει στην παγίδα κάποιας ηλεκτρικής ενίσχυσης. Ο φυσικός ήχος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Με το δοξάρι να «σπαθίζει» λειτουργώντας σαν προέκταση του σώματός του, επέτρεψε στον εαυτό του μια ριψοκίνδυνη, σχεδόν τρικυμιώδη ανάγνωση, με τις νότες να ρέουν στα όρια του αυτοσχεδιασμού. Συνηχήσεις και αντιστίξεις προέκυπταν με ανεπιτήδευτη ευφράδεια και εγγενή αυτοπεποίθηση. Η αστάθεια του χώρου αφενός έκοβε την όρεξη για μελοδραματισμούς και κάθε είδους επιδείξεις δεξιοτεχνίας και αφετέρου θαρρείς και απελευθέρωνε τον μουσικό. Από το βάθρο της σκηνής έμοιαζε σαν να παίζει μόνος, στη μέση ενός δάσους, κάτω από τ’ άστρα, ιχνηλατώντας την προοπτική μιας εξυψωτικής σύνδεσης με το πνεύμα του τοπίου.

Ο νοσταλγικός αρμονικός σκελετός του έργου ξεπηδούσε από το σκάφος του βιολοντσέλου με ορμή και επιβλητικότητα, αλλά και συναίσθηση ότι η ηχητική διασπορά θα τον «αδικήσει». Οι πίσω θέσεις της κατάμεστης πλατείας δεν στερούνταν το βελούδινο ηχόχρωμα και τους τρυφερούς τόνους που ακτινοβολούσε το Μοντανιάνα, όσο την ελαστικότητα κι ένα μέρος από τις εσωτερικές αντιθέσεις της μελωδίας. Αυτό όμως ήταν ένα τίμημα που ήσουν πρόθυμος να πληρώσεις, καθώς το βλέμμα σου πλανιόταν ανάμεσα σε άστρα που έμοιαζαν με νότες. Ή μηπως ήταν νότες που έμοιαζαν με άστρα;

Φιλελεύθερα, 4/10/2020