Δεκέμβριος του 2019, μόλις έχω κλείσει το τηλέφωνο με το ταμείο του Musikverein στην παγωμένη Βιέννη. Με έκδηλη την απογοήτευσή μου για τα εξαντλημένα εισιτήρια της επερχόμενης συναυλίας του Μίσα Μάισκι στο “ναό”, προσπαθώ να αντισταθμίσω την απώλεια με ένα γενναίο κομμάτι μηλόπιτα, συνοδεία της πρώτης σουίτας σε Σολ μείζονα του Γ.Σ. Μπαχ. Λίγους μήνες μετά, η θεά τύχη και οι πανδημικές συγκυρίες που ανέτρεψαν τα προγράμματα των συναυλιών θα μου έδιναν μια δεύτερη ευκαιρία να παρακολουθήσω ζωντανά αυτόν τον παγκοσμίου κλάσης καλλιτέχνη.
Παίρνοντας την πρόσκληση της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Ιδρύματος Τεχνών Φάρος για τη συναυλία του κορυφαίου τσελίστα χαμογέλασα, χάρηκα και συνάμα στεναχωρέθηκα. Ειδικά μετά την αλλαγή του χώρου της συναυλίας όπου – οφείλω να ομολογήσω – δεν θεωρώ πως το συγκεκριμένο είδος, αυτό που κοινώς ονομάζεται κλασσική μουσική, ανήκει αποκλειστικά στα κλειστά θέατρα και τις χρυσοποίκιλτες αίθουσες των παλατιών και των αυλών, αλλά όπου υπάρχουν ανοιχτά αυτιά και ανοιχτά μυαλά.
Χάρηκα για το ειδυλλιακό περιβάλλον του The Olive grove στον Δελίκηπο, το κατάφυτο με τα πεύκα και τις ελιές, τις μυρωδιές της κυπριακής γης – της σεντόρειας γαλήνης, στο τέλειωμα ενός ακόμα παρατεταμένου καλοκαιριού. Ένα σκηνικό ψυχολυτικό που μετουσιώνει την εμπειρία ενός ακουστικού δρώμενου σε μια αισθητική μυσταγωγία. Συνάμα στεναχωρέθηκα για τις συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείτο, που στερούσαν την μοναδική αυτή εμπειρία από μεγάλο μέρος του φιλόμουσου κοινού. Χάρηκα που το Ίδρυμα Τεχνών Φάρος έχει όραμα και διεκδικεί για τον πολιτισμό, που καταφέρνει να παρουσιάζει στον άγονο μας τόπο καλλιτέχνες παγκοσμίου κλάσης και φήμης, όπως ο Μίσα Μάισκυ, o Λεωνίδας Καβάκος, η Γιούγια Γουάνγκ και τόσοι άλλοι, την ίδια στιγμή που θέλοντας και μη γίνεται ο συνειρμός πως πρόκειται για την άοκνη ποροσπάθεια των ανθρώπων ενός ιδιωτικού οργανισμού, μια παραφωνία στην ανεπάρκεια, αυτή δηλαδή των κρατικών, ημικρατικών οργανισμών και φορέων ενός επιλεκτικού πολιτισμού.
Η εκτέλεση των τριών σουίτων για βιολοντσέλο του Γ.Σ. Μπαχ (Νο.1 in G major, No,3 in C major, No.5 in C minor) από τον Μίσα Μάισκι ήταν φυσικά πιο ώριμη από τις πρώτες τους ηχογραφήσεις το 1986 και σαφώς περισσότερο εκλεπτυσμένη από τις μεταγενέστερες του 1999. Η προσέγγιση του βιρτουόζου πιο ελεύθερη, απελευθερωμένη θα πρόσθετα και αβίαστη, όπου με το ελαφρώς πιο γρήγορο τέμπο άνοιξε τη φόρμα και επιπρόσθετα έβαλε στη μουσική εξίσωση το διάλογο μεταξύ των μελωδικών στοιχείων, τόσο με τις μεγάλες σε διάρκεια δυναμικές αυξομοιώσεις όσο και με την προσθήκη έντονων βιμπράτο στα σημεία κορύφωσης, αναιρώντας παλαιότερες θεωρήσεις μιας μακράς, ευθείας και προβλέψιμης μελωδικής γραμμής.
Παρά αυτή τη “ρομαντική” προσέγγιση, η μπαρόκ σφραγίδα των έργων δίνεται με επίγνωση και ρητορική ποιότητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα ευρύτερο φάσμα μουσικής άρθρωσης και εσωτερικών αντιθέσεων, που καταλήγουν σε πολλές ερμηνευτικές λεπτομέρειες, όπως την υποχώρηση σε μια δραματικά ονειρική δευτερεύουσα φωνή (sotto voce) στα μικτά μέρη των έργων. Η εκτέλεση του ακτινοβολεί έναν εξαιρετικά όμορφο τόνο, αντηχητικό και κρεμώδη, σε αντίθεση με τον υπερβολικά εύχυμο ήχο άλλων εκτελεστών τσέλου εποχής μπαρόκ.
Ο τονισμός (intonation) άγγιζε την τελειότητα, με τον γράφοντα να προσπαθεί ανεπιτυχώς να βρει ψεγάδια στους υπερφυσικά άνετους δακτυλισμούς, την ανεπαίσθητα οριακή τοποθέτηση του δοξαριού ή έστω στο ανύπαρκτο τρίξιμο των χορδών. Ακόμα και οι ατέλειες της ακουστικής του ανοιχτού χώρου, δεν στάθηκαν ικανές να αλλοιώσουν το ηχόχρωμα που γεννούσε το παίξιμο του μαέστρου! Συνολικά, γενικά και συγκεκριμένα, η μουσική που ανάβλυζε από το όργανο του 16ου αιώνα στα χέρια του Μίσα Μάισκι μάγεψε, ταξίδεψε και έβαλε μέσα μας στην σωστή τους θέση και σειρά σκόρπιες λέξεις όπως θεϊκή, μουσική, τελειότητα.
Μέσα σε αυτό λοιπόν το μαγευτικό περιβάλλον που ανάβλυζε μυστικισμό, με φυσικό σκηνικό το ουράνιο πέπλο – κέντημα των υπέρλαμπρων αστέρων της κυπριακής υπαίθρου, κατακλυσμένο με τις μυρωδιές από θυμάρι και πεύκο, ο Μίσα Μάισκι μας κέρασε – σαν γλυκό του κουταλιού – αυτή τη μουσική πανδαισία. Και ευχαρίστησα τη θεά τύχη και τον Φάρο του πολιτισμού μας, γιατί περισσότερο το χάρηκα στον τόπο μου, παρά στις χρυσές αίθουσες, μέσα στις πευκοβελόνες και με γλυκό του κουταλιού!