Νεσιέ Γιασίν, «Απαγορευμένοι κήποι», εκδόσεις Βακχικόν, 2019.
 
Χάρις σε ένα λιτό, ευσύνοπτο και άκρως εύστοχο ποίημά της – που μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Έλλη Παιονίδου και μελοποιήθηκε από τον Μάριο Τόκα – η Νεσιέ Γιασίν, εδώ και δεκαετίες, χαίρει μεγάλης δημοφιλίας στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Όμως το «Ποιο μισό;» ήταν μόνο η απαρχή της ποιητικής κατάθεσης ενός 17χρονου τότε κοριτσιού. Έκτοτε η Ν.Γ. έχει ως ολοκληρωμένη ποιήτρια καταθέσει ένα ευρύ, ευμέγεθες, πολυδιάστατο και αισθητικά επαρκές στίγμα.
Το ανθολόγιο ποιημάτων από το συνολικό της έργο, υπό τον γενικό τίτλο «Απαγορευμένοι κήποι», που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2019 από τις εκδόσεις Βακχικόν, αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική, αλλά και την πιο ογκώδη προσπάθεια να γνωριστεί το ελληνόφωνο κοινό με τα δημιουργήματα της γνωστής αυτής ποιήτριας. Του λόγου το αληθές μαρτυρούν οι 152 σελίδες του βιβλίου και τα 48 ποιήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό.
Κατά τη γνώμη μου, το κυρίαρχο, το δεσπόζον στοιχείο στην ποίηση της Ν.Γ. είναι το θεματικό και κατ’ επέκταση αισθητικό τρίπτυχο: Ποίηση – Έρωτας – Πατρίδα. Ένα τρίπτυχο που απαντάται ενίοτε ως τριάδα, αλλά πιο συχνά ανά δυάδες. Οι συγκεκριμένες θεματικές στοχεύσεις, καθώς και η νοηματοδότησή τους, συμπλέκονται και αλληλοεπικουρούνται. Συνήθως, η ποιητική συμπλέκεται πότε με τον έρωτα και πότε με την έννοια της πατρίδας. Ασφαλώς όμως, εξίσου σημαντικές είναι και οι στιγμές όπου παρατηρείται σύζευξη του ερωτικού και του πατριωτικού εναύσματος.
Αυτή η τρίπτυχη ιδιομορφία έρχεται αρωγός στην πολυσημία της ποίησης της Ν.Γ. και εκ παραλλήλου τροφοδοτεί και πολλές άλλες υποθεματικές προσμίξεις. Θεματική πανδαισία και πολυσημία πιστεύω πως δένουν αρμονικά, με συνοχή, ροή, και υφολογική ομοιογένεια.   
Καθώς η μία πτυχή του τριπτύχου διαρρηγνύει την άλλη, φαινομενικά η μία υποσκάπτει την άλλη. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο φαινομενικά. Επί της ουσίας, αυτό που πραγματικά γίνεται μόνο ως αλληλοπριμοδότηση μπορεί να χαρακτηρισθεί. Παραθέτω στη συνέχεια ένα μικρό δείγμα από την άριστη σύζευξη πολιτικής και ερωτικής θεματικής: «Αν η προδοσία στη μισή πατρίδα  / Φτάσει σε ολόκληρη / ο εθνικισμός Θα γίνει τα υπέροχα κέρατά σου / θα σε προδώσω». (σελ. 45)
Όμως η Ν.Γ. είναι μια κατά βάση ερωτική ποιήτρια. Ερωτική ποιήτρια αλλά όχι της ευφορίας και της αναπτέρωσης, αλλά της θλίψης, της πληγής και της εγκαρτέρησης. Συνήθως, θεματοποιεί περισσότερο, αυτά που αφήνει πίσω του ο έρωτας σαν εκλείπει, και λιγότερο αυτά που διεγείρει η παρουσία του: «Ό,τι απομένει από σένα / είναι ο δρόμος που περπάταγες στα όνειρά μου / Τα βήματα που συνέτριψαν την ψυχή μου / Το πεταμένο φύλλο στο τούνελ… / …Αν φτάσει ποτέ αυτό το ποίημα πετώντας σε σένα / Αρπάξου απ’ τα φτερά του / Μην αφήσεις αρφανεμένη / τη γλυκόπικρη μνήμη της καρδιάς». (σελ. 18)
Ο νοερός συνομιλητής της ποιήτριας, πολύ συχνά, είναι προσωποποιημένος ο ίδιος ο έρωτας. Ο έρωτας με την ταραχή που επιφέρει, το ρίγος που προκαλεί, τη συγκίνηση που διεγείρει: «Το όνομά σου μια δόνηση /  που σέρνεται στα μέσα μου /  αστράφτει στα μάτια μου / κρύσταλλο στο νερό / θόρυβος στη ψυχή μου / ελιξίριο στα χείλια». (σελ. 23) Η Ν.Γ. μιλά στον έρωτα πάντα πρωτοπρόσωπα, ουδέποτε διά της πλαγίας, ουδέποτε σε δεύτερο πρόσωπο, πόσω δε μάλλον σε τρίτο πρόσωπο, αποστασιοποιημένο.
 
Γενικά, η ποιητική της Ν.Γ. είναι διανθισμένη με άφθονα αυτοαναφορικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία, με κύρια δεξαμενή άντλησης εμπνεύσεων την παιδική ηλικία: «Τώρα ένα κοριτσάκι κλαίει στο κατώφλι / Για την πριγκίπισσα που δεν μπόρεσε να γίνει / Θα κλάψει και θα σωπάσει / Μετά θα φύγει / για να πεθάνει χωρίς ούτε να μεγαλώσει / στην αυλή της ποίησης». (σελ. 38)
Η Ν.Γ. προσωποποιεί, θεοποιεί, υμνολογεί, αλληγορεί την ποίηση, το ποίημα και τα ποιήματα. Πρόκειται για μια σχέση λατρευτική αλλά και γόνιμη, εκρηχτικά δημιουργική, με αμέτρητες παραλλαγές, παρομοιώσεις, μεταφορές, συμβολισμούς, ολόφωτες κι ολόδροσες εικόνες. Ιδού ακόμη ένα εκφραστικό δείγμα σύζευξης πολιτικής θέσης με την ποιητική ενόραση: «Το λουλούδι της ελευθερίας / Άνθισε / Νεροσταγόνες ψιθύριζαν η μία στην άλλη / ‘Φιληθήκαμε από ένα ποίημα / Φιληθήκαμε από ένα ποίημα’». (σελ. 119)
Ακόμη πιο προγραμματικό θεωρώ το ποίημα «Αν πεθάνω», (σελ. 69) μια από τις καλύτερες στιγμές ολόκληρου του βιβλίου, το οποίο και συνδυάζει όλες τις πτυχές μιας διαθήκης, πολιτικής, αισθητικής μα και ερωτικής διαθήκης. Δυστυχώς, δεν μπορώ να το παραθέσω αποσπασματικά διότι θα το αδικήσω κατάφορα.
Κλείνω με την επισήμανση πως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια αγωνίστρια. Η ποίησή της διέπεται από αγωνιστικό φρόνημα, το οποίο και αντλεί όχι μόνο από το αστικό τοπίο, αλλά και από το φυσικό περιβάλλον, τη χλωρίδα και την πανίδα του νησιού μας. Την ίδια ώρα δεν παύει ποτέ να συμπλέκει το ερωτικό στοιχείο με την ποιητολογική τοποθέτηση, ενώ η αυτοαναφορικότητα διατρέχει μονίμως όλους τους στίχους της. Το αγωνιστικό φρόνημά της, το ουμανιστικό όραμά της, έχουν μια έφεση στην αυτοθυσία, στην εθελούσια έφοδο επί όσων επιβουλεύονται την ελευθερία και την τιμιότητα, όπως η ποιήτρια σημασιολογεί τις υψηλές αυτές έννοιες: «Ακόμα κι αν μπροστά μας είναι τα άρματα μάχης και τα κλομπ / Και έρχονται κατά πάνω μου οι άντρες με το σκοτεινό πρόσωπο / Ακόμα κι αν με αιχμαλωτίσουν και με αρπάξουν πισώπλατα / Θα γίνω μια τίγρης θηλυκή / Για να προστατέψω την τιμή». (σελ. 102)
 
g.frangos@cytanet.com.cy