Από τότε που γράφτηκα στο Επιμελητήριο Καλών Τεχνών, το ΕΚΑΤΕ, δυο πάγια αιτήματα θυμούμαι: Το αίτημα για την αναγνώρισή του ως «νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου» και το αίτημα για τη διάθεση ενός ποσοστού του κόστους των δημοσίων κτηρίων για την αγορά έργων τέχνης.

Ασχέτως αν ο νόμος εφαρμόζεται ή όχι, το δεύτερο πέρασε από τη Βουλή το 2009 ως «ο νόμος του ένα τοις εκατό», ενώ το πρώτο αίτημα ακόμα εκκρεμεί. Επαναπροβάλλεται δε σήμερα ως προτεραιότητα, σε αντιπαράθεση με το πρόσφατο αίτημα του ΕΙ.ΚΑ. για αναγνώριση της κοινωνικής και επαγγελματικής υπόστασης των επαγγελματιών καλλιτεχνών. Ένα αίτημα που παρουσιάστηκε πρόσφατα στη Βουλή ως προσχέδιο νομοσχεδίου, προφανώς ερήμην του ΕΚΑΤΕ.

Το γεγονός πως το 2006 μια ομάδα καλλιτεχνών ένιωσαν την ανάγκη να συνασπισθούν στον Σύνδεσμο Eικαστικών Kαλλιτεχνών, το ΕΙ.ΚΑ., με σκοπό να διεκδικήσουν ενεργότερα την κοινωνική, συνταξιοδοτική, ιατροφαρμακευτική κλπ. ασφάλισή τους, αυτά που ανέκαθεν απολαμβάνουν οι συνάδελφοί τους στη δημόσια εκπαίδευση, μιλά από μόνο του. Το ΕΚΑΤΕ αμέλησε να ενστερνιστεί και να εκφράσει τις διαφοροποιημένες ανάγκες του συνόλου των καλλιτεχνών, παρά τις εμφανείς κοινωνικές αλλαγές στη σύνθεσή του και παρά τις διαφοροποιήσεις στις εργασιακές σχέσεις με μια σειρά ομοίως διαφοροποιημένων πολιτιστικών εταίρων.

Γιατί τελικά η ούτω καλούμενη «καλλιτεχνική κοινότητα» δεν είναι μια αγγελικά πλασμένη παρεΐτσα, και δεν περιλαμβάνει μόνο ανιδιοτελείς «art workers». Είναι ένα συνονθύλευμα προσώπων, θεσμών και σχέσεων που εμπλέκει πολλούς και διάφορους, ακόμα και το κράτος, ως υπεύθυνο για τη χάραξη πολιτιστικής πολιτικής, αλλά και το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα έργα τέχνης, το αγοραστικό ή απλώς φιλοθεάμον κοινό, τα μουσεία, τις γκαλερί, τα ΜΜΕ, κι ένα σωρό άλλους ιδιοτελείς διαμεσολαβητές, όπως είναι οι επιμελητές και οι εργοδότες τους, τα διάφορα ιδιωτικά ιδρύματα, αυτά που ανέλαβαν, μετά τη βολική απόσυρση του κράτους, την αξιολόγηση και την επιβράβευση της όποιας αριστείας ανάμεσα στους καλλιτέχνες, με γνώμονα συνήθως την ιδεολογία τους και το προσωπικό γούστο ή τα βίτσια των ιδιοκτητών τους και των εντεταλμένων CEO.

Δυστυχώς αυτά καταδεικνύουν την απουσία της Πολιτείας, τη γενικότερη ανυπαρξία πολιτιστικής πολιτικής και το διεκπεραιωτικό πνεύμα που διακατέχει τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες. Το τελευταίο όμως που χρειαζόμαστε σ’ αυτή τη κρίσιμη φάση θα ήταν μια αντίστοιχη δημοσιοϋπαλληλική διάθεση ανάμεσα στους καλλιτέχνες.

* Ο Γλαύκος Κουμίδης είναι εικαστικός