Δεν πέθανε. Πώς μπορεί να πεθάνει κάποιος το έργο του οποίου τον ξεπερνά κι αποτελεί αιώνια κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού; Ο Μπετόβεν πέθανε; Ο Σοπέν; Ο Βέρντι;
Ο Ένιο Μορικόνε απλώς πήγε εκεί που πάει κι η μουσική όταν δεν την ακούμε. Όσο ακούμε τη μουσική του όμως είναι εδώ, μέσα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι απεβίωσε σχεδόν στα 92 του αλλά μάς άφησε με την αίσθηση ότι είχε πολλά ακόμη να δώσει.
Δεν είναι μόνο ότι έντυσε μουσικά με επιτυχία σχεδόν 500 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Είναι κι ότι κάποια από αυτά τα μουσικά θέματα θα στοιχειώνουν μόνιμα το συλλογικό φαντασιακό. Δεν του άρεσε να τον συνδέουν μόνο με τα σπαγγέτι γουέστερν. Δήλωνε «ειδικός» μόνο στη μουσική, που για τον ίδιο ήταν εμπειρία κι όχι επιστήμη.
«Έντυσε» άλλωστε όλων των ειδών τις ταινίες: τρόμου, επιστημονικής φαντασίας, πολιτικά θρίλερ, ρομάντσα, ιστορικά δράματα, νεονουάρ, περιπέτειες, μαύρες κωμωδίες. Πόσο βαρετό είναι να βάζεις ταμπέλες! Συναρπαστική είναι μόνο η ποικιλία. Και δεν είναι επίσης τυχαίο ότι θεωρούσε πιο ριψοκίνδυνη και πρωτοποριακή τη μουσική του που δεν ήταν και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό.
Του έστρωσαν το αμερικανικό όνειρο στα πόδια, χαλί να το πατήσει. Αλλά αυτός προτίμησε να μείνει για πάντα στη Ρώμη, ήταν το ορμητήριό του. Και δεν θέλησε να μιλήσει αγγλικά. «Μου αρέσει να γράφω μουσική. Αλλά αυτό που αγαπώ είναι να βρίσκομαι με την οικογένειά μου» έλεγε. Κι έτσι, η συμβολή του εκκινούσε από μια ευρωπαϊκή ματιά πάνω σε μια αμερικανοκρατούμενη βιομηχανία.
Συχνά, χρησιμοποιούσε τις ίδιες αρμονίες με την ποπ μουσική. Επειδή «η πολυπλοκότητα αυτού που κάνω βρίσκεται αλλού». Ο Μορικόνε τιθάσευσε τους ήχους της πραγματικής ζωής και τους φόρτισε με δυσοίωνα νοήματα, νοσταλγική διάθεση και χαμηλό ψυχολογικό βαρομετρικό. Με καταβολές στην πειραματική μουσική, γοητευόταν από τις ασυμβίβαστες φιγούρες της πρωτοπορίας: τον Μπουλέζ, τον Νόνο, τον Μπέριο, τον Στοκχάουζεν.
Είναι να απορεί κανείς γιατί η Ακαδημία περίμενε μέχρι να φτάσει τα 87 του (το 2016, για το «The Hateful Eight» του Ταραντίνο) για να του δώσει Όσκαρ Μουσικής –εκτός από το τιμητικό του 2007. Κι ο ίδιος είχε ένα διακριτικό παράπονο, ειδικά για την επική δουλειά που έκανε για το «The Mission» του Ρόλαντ Ζοφέ το 1986. Και ποτέ να μην έπαιρνε το αγαλματίδιο, όμως, το χνάρι του στην κινηματογραφική μουσική είναι το πιο βαθύ που υπάρχει.
Αθεράπευτα επαγγελματίας, ο maestro χρειαζόταν να δει τουλάχιστον ένα οριστικό cut της ταινίας πριν αρχίσει καν να σκέφτεται τη μουσική. Και δεν μπορούσε επίσης να κατανοήσει γιατί οι συνάδελφοί του στο Χόλιγουντ απευθύνονταν σε επαγγελματίες ενορχηστρωτές. Προτιμούσε ασυζητητί να γράφει μόνος από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα, να ενορχηστρώνει αλλά και να διευθύνει. Γι’ αυτό και νομιμοποιούνταν να νιώθει σαν παιδιά του όλες τις συνθέσεις που υπέγραψε.
Η δημοτικότητα δεν τον ενοχλούσε. Τη θεωρούσε επιβεβαίωση της αγάπης και της αποδοχής του κοινού. Το σημαντικό ήταν η διατήρηση του πρωτοποριακού πνεύματος. Θα πέθαινε από ντροπή αν έπαυε να εξελίσσεται, ή αν χρειαζόταν να συμβιβαστεί υπογράφοντας μια σειρά από πιασάρικα κλισέ. Το μυστικό είναι να αφιερώνεσαι σε μια δουλειά σαν να είναι η πρώτη – και η τελευταία. Να γίνεσαι η μουσική.
* Φωτογραφία: Τοιχογραφία του street artist Χάρι Γκρεμπ στη Ρώμη (Yara Nardi/ Reuters).