«Cut» του Μιχάλη Παπαδόπουλου σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.
Η μυρωδιά. Αυτό είναι που έχει εντυπωθεί πιο έντονα στη μνήμη μου από την εμπειρία της πρώτης μέρας στην ενεργό δημοσιογραφία, όταν –μη ρωτάτε πώς- βρέθηκα να παρακολουθώ ζωντανά, τρόπος του λέγειν, μια νεκροτομή στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Θυμάμαι ότι εξέπληξα τον εαυτό μου αντιμετωπίζοντας την αποκαλυπτικότατη εμπειρία με σχετική ψυχραιμία, αν όχι και απάθεια. Εντούτοις, όταν με οποιαδήποτε αφορμή η σκέψη ταξιδεύει στο «πετράδι» αυτό της προσωπικής μου μυθολογίας, το πρώτο πράγμα που ανακαλεί η μνήμη είναι εκείνη η αλμυρή, μεταλλική οσμή σφαγείου. Κι είναι τόσο διαπεραστική που έχω την εντύπωση ότι έχει μείνει μόνιμα, σαν διαρκής αποφορά της επαγγελματικής μου πορείας.
Η μυρωδιά. Αυτό είναι που έχει εντυπωθεί πιο έντονα στη μνήμη μου από την εμπειρία της πρώτης μέρας στην ενεργό δημοσιογραφία, όταν –μη ρωτάτε πώς- βρέθηκα να παρακολουθώ ζωντανά, τρόπος του λέγειν, μια νεκροτομή στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Θυμάμαι ότι εξέπληξα τον εαυτό μου αντιμετωπίζοντας την αποκαλυπτικότατη εμπειρία με σχετική ψυχραιμία, αν όχι και απάθεια. Εντούτοις, όταν με οποιαδήποτε αφορμή η σκέψη ταξιδεύει στο «πετράδι» αυτό της προσωπικής μου μυθολογίας, το πρώτο πράγμα που ανακαλεί η μνήμη είναι εκείνη η αλμυρή, μεταλλική οσμή σφαγείου. Κι είναι τόσο διαπεραστική που έχω την εντύπωση ότι έχει μείνει μόνιμα, σαν διαρκής αποφορά της επαγγελματικής μου πορείας.
Αναπόφευκτα, λοιπόν, η μνήμη έκανε… παπάδες με το που αντίκρισα το σκηνικό του Γιώργου Γιάννου στην παράσταση με το έργο του Μιχάλη Παπαδόπουλου «Cut», το οποίο διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου σ’ ένα νεκροτομείο. Κι αφού η αφορμή για το παρόν σημείωμα δεν είναι τα δικά μου τραύματα, ήρθε η ώρα να εστιάσω στις πτυχές μιας πολύ ενδιαφέρουσας θεατρικής εργασίας. «Cut» στα αγγλικά σημαίνω «κόβω», «τεμαχίζω», «κάνω τομή». Δεν γνωρίζω σε ποιες χώρες του κόσμου επιτρέπεται -ή νοείται- η νενομισμένη νεκροτομή επί μιας σορού να διενεργείται από συγγενή πρώτου βαθμού του θανόντος, εν προκειμένω από τον γιο. Είναι όμως το εύρημα πάνω στο οποίο ο Παπαδόπουλος στηρίζει ολόκληρο το οικοδόμημα του έργου του και συνεπώς, δεν μπορούμε παρά να το δεχτούμε, ειδικά όταν η τελική αίσθηση –για μένα τουλάχιστον- είναι ότι πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη δουλειά του. Από δραματουργικής, διαλογικής, χαρακτηρολογικής απόψεως.
Ο πολυγραφότατος Κύπριος επέλεξε έναν αγγλικό τίτλο για το έργο του, ενώ επίσης θέτει το φόντο της πλοκής μάλλον κάπου στις ΗΠΑ. Παρότι είναι μια απόφαση που αναπόφευκτα αποπνέει επαρχιωτισμό, ελήφθη απολύτως συνειδητά και με στόχο αφενός να λύσει αδιέξοδα που αφορούν στην αληθοφάνεια των διαδραματισθέντων και αφετέρου στην πρόθεση να κρατήσει μια απόσταση από την όλη κατασκευή, να την εντάξει σ’ ένα πιο διεθνές και κοσμοπολίτικο πλαίσιο προκειμένου να ισχυροποιήσει τους συμβολισμούς του.
Στην ιατροδικαστική επιστήμη, με τον όρο νεκροτομή εννοούμε τη διάνοιξη όλων των κοιλοτήτων του σώματος με σκοπό την επιστημονική εξέταση του πτώματος για να διακριβωθούν τα αίτια που επέφεραν τον θάνατο και τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε. Στην περίπτωση αυτή και σε σχέση με την πλοκή, ο ιατροδικαστής γιος εξετάζει τη σορό του ποιητή πατέρα όχι για να αποφανθεί γιατί απεβίωσε, αλλά ως πρόσχημα για να ανατέμνει τη σχέση τους και παράλληλα να κάνει αυτοψία των δικών του τραυμάτων. Έτσι, συνομιλεί με το «φάντασμα» του ναρκισσιστή κι επικριτικού γονιού σε μια αυτοψυχαναλυτική διαδικασία κατανόησης και λύτρωσης. Προβαίνει σε μια ανατομία του «εγκλήματος» της πατρικής αποδοκιμασίας.
Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα συνέβαινε ως προς την αποτελεσματικότητα της πρότασης αν τη σκηνοθεσία και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εγωμονιστικού φαντάσματος δεν αναλάμβανε ο Βαρνάβας Κυριαζής. Και φαίνεται πως ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας μπορεί να το φανταστεί, αφού παραδέχτηκε ότι έπλασε τον θεμελιώδη αυτόν χαρακτήρα πάνω στην υποκριτική περιουσία του πολύπειρου θεατρανθρώπου. Είναι περιττό βεβαίως να επισημάνω ότι, σαν το παλιό καλό κρασί, ο Κυριαζής διάγει την πιο ώριμη και παραγωγική περίοδο της πορείας του –μέχρι την επόμενη. Εδώ κατάφερε να εικονοποιήσει και να ζωτικοποιήσει το όραμα του συγγραφέα, να χτίσει το σώμα της παράστασης προσθέτοντας μύες, οστά, χόνδρους και τένοντες. Για να είναι πιο πειστική η ανατομή. Σκιαγραφεί έναν «πατέρα» ολοζώντανο, αλλά και όσο αιθέριο και σχηματικό απαιτείται για να πείθει ότι απλώς λαθροβιεί στη σκέψη του γιου.
Ο Θανάσης Ιωάννου αποδίδει με ερμηνευτική ευφράδεια τον στερημένο από πατρική αγάπη και αποδοχή ομοφυλόφιλο γιο, που ταλανίζεται από το σύνδρομο «father hunger» και προσπαθεί να κλείσει τα ανοιχτά μέτωπα έστω και μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς ο πιο ενδιαφέρων: συναισθηματικά ανολοκλήρωτος, ενοχικός, με εσωτερική σύγχυση, ανάγκη εκτόνωσης των δυσφορικών συναισθηµάτων και επαναδιοχέτευσης ενορμήσεων και με πεποίθηση αναξιότητας. Ψυχογραφείται, σκηνοθετείται και ερμηνεύεται με μαεστρία.
Η Ερμίνα Κυριαζή έχει το αμήχανο –στην περίπτωση αυτή- πλεονέκτημα να είναι θυγατέρα του Βαρνάβα και στην πραγματική ζωή. Συνεπώς, είχε μεγαλύτερη ευχέρεια να αντλήσει τα στοιχεία για τον δευτερεύοντα ρόλο της πενθούσας κόρης, που σε αντιδιαστολή με τον αδερφό της έχει κατασταλάξει στους συναισθηματικούς δεσμούς με τον πατέρα της. Ο χαρακτήρας του αστυνομικού- φωτογράφου μοιάζει μάλλον περιττός και ελάχιστα προσφέρει στην πλοκή. Πάντως, ο Γρηγόρης Πετρή ανταποκρίνεται γενναία.
Ενδεχομένως, αν κάνει κάποιος ένα αποφασιστικό βήμα προς τα πίσω, το όλο οικοδόμημα να δίνει την εντύπωση μιας περίτεχνης συρραφής από κλισέ, ότι αυτός ο καταιγισμός από συμβολισμούς λειτουργούν ταυτόχρονα απλουστευτικά και γενικευτικά. Αλλά γιατί να το κάνεις αυτό το βήμα; Αν πετύχεις τη σωστή οπτική γωνιά, αν εστιάσεις στην αφήγηση και τη λειτουργικότητα των διαλόγων, αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να περιπλανηθεί στο μικροσύμπαν ενός οικογενειακού δράματος καθυστερημένης ενηλικίωσης, θα αποζημιωθείς με μια παλλόμενη θεατρική εμπειρία που αγγίζει πολλαπλά ζητήματα.