«Το Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη σε σκηνοθεσία Γιώργου Μουαΐμη.
Έστω ότι γίνονται δύο Έλληνες αντικείμενο συζήτησης μιας παρέας σ’ έναν καφενέ. Ο ένας είναι επιστήμων και εφευρέτης, έχει κοπιάσει στη ζωή του κι έχει προσφέρει κάτι αξιοσημείωτο στην ανθρωπότητα, γεγονός που συνακόλουθα του έχει εξασφαλίσει και κάποιες σημαντικές απολαβές. Ο δεύτερος είναι ένας κατεργάρης που έχει πιάσει την καλή λειτουργώντας στα όρια της νομιμότητας- ή και πέρα απ’ αυτά- χωρίς να γίνει τσακωτός. Ποιος από τους δυο πιστεύετε ότι θ’ αποτελέσει το απόλυτο… ίνδαλμα για τους ομοτράπεζους; Ποιον θα θέλουν να μοιάσουν τα παρεάκια εάν κι εφόσον η ζωή μέλλει να τους φέρει κι αυτούς κάποτε εξάρες; Τον δεύτερο, φυσικά. Αυτόν ζηλεύουν. Γιατί τον πρώτο γνωρίζουν καλά ότι δεν μπορούν ούτε να τον πλησιάσουν. Είναι έξω από το οπτικό τους πεδίο. Το μόνο που δύνανται να φθονήσουν είναι την οικονομική του επιφάνεια.
Έστω ότι γίνονται δύο Έλληνες αντικείμενο συζήτησης μιας παρέας σ’ έναν καφενέ. Ο ένας είναι επιστήμων και εφευρέτης, έχει κοπιάσει στη ζωή του κι έχει προσφέρει κάτι αξιοσημείωτο στην ανθρωπότητα, γεγονός που συνακόλουθα του έχει εξασφαλίσει και κάποιες σημαντικές απολαβές. Ο δεύτερος είναι ένας κατεργάρης που έχει πιάσει την καλή λειτουργώντας στα όρια της νομιμότητας- ή και πέρα απ’ αυτά- χωρίς να γίνει τσακωτός. Ποιος από τους δυο πιστεύετε ότι θ’ αποτελέσει το απόλυτο… ίνδαλμα για τους ομοτράπεζους; Ποιον θα θέλουν να μοιάσουν τα παρεάκια εάν κι εφόσον η ζωή μέλλει να τους φέρει κι αυτούς κάποτε εξάρες; Τον δεύτερο, φυσικά. Αυτόν ζηλεύουν. Γιατί τον πρώτο γνωρίζουν καλά ότι δεν μπορούν ούτε να τον πλησιάσουν. Είναι έξω από το οπτικό τους πεδίο. Το μόνο που δύνανται να φθονήσουν είναι την οικονομική του επιφάνεια.
Γενικά την επιφάνεια, την πέτσα, το αμπαλάζ φθονεί ο μέσος νεοέλληνας κι αυτό είναι που τον ενδιαφέρει. Το απόλυτο νεοελληνικό όνειρο είναι να πιάσεις το Τζόκερ. Γιατί να κουράζεσαι να βγάλεις όλα αυτά τα λεφτά; Όσο πιο άκοπα, τόσο καλύτερα. Είναι λες και γεννιέται με την αίσθηση ότι η ζωή του χρωστάει. Κι είναι έτοιμος να κάνει το παν για να την πιάσει από τα κέρατα. Βέβαια, σ΄ένα συντριπτικό ποσοστό, όλα αυτά μένουν στη σφαίρα της κουβέντας και του καλαμπουριού κι ο Καραγκιόζης παραμένει στην παράγκα, ορεγόμενος το βεζιριλίκι. Είναι ένα όνειρο φτιαγμένο με ευτελή υλικά. Αλλά, η ένδεια γουστάρει να ρεμβάζει.
Όλα αυτά είναι συμπεράσματα που αβίαστα βγάζει κανείς αν καθίσει σε μια μέση ελληνική καφετέρια, μια ήρεμη μέρα και αφουγκραστεί τις ανησυχίες των θαμώνων. Φέρονται συχνά σαν να είναι εκτός πραγματικότητας, σαν να μη συγχρονίζονται με τα κελεύσματα των καιρών. Λες και θέλουν να μιλούν μόνο για να μιλούν και θολώνουν επίτηδες τη γραμμή μεταξύ αερολογίας και σοβαροφάνειας, καθώς ταλαντεύονται μεταξύ κακομοιριάς και στόμφου. Είναι όπως το έχει πει ο Νίκος Δήμου: Ο Έλληνας προσπαθεί σε κάθε τομέα, να είναι εκτός πραγματικότητας. Και μετά είναι δυστυχής, διότι είναι εκτός πραγματικότητας και μετά είναι ευτυχής… διότι είναι δυστυχής.
Ο βέλτιστος διαλογίστας του νεοελληνικού θεάτρου, Δημήτρης Κεχαΐδης, ήταν λες και έβαζε κρυφά μαγνητόφωνα και κατέγραφε τις κουβέντες του καφενέ με όλη τους τη φυσικότητα και παραδοξότητα. Κάθε λέξη, κάθε κόμμα, κάθε ανάσα γεννά την επόμενη. Μοτίβο επαναλήψεων, λαϊκή γλώσσα, ιδιωματισμοί. Κάτι σαν πρόδρομος του Γιάννη Οικονομίδη, αλλά χωρίς το ακατάσχετο μπινελίκι. Το λακιρντί κι ο χαβαλές λειτουργούν σαν λυδία λίθος, αποκαλύπτοντας κωμικοτραγικές αλήθειες για τη νοοτροπία του Έλληνα και φωτίζοντας απόκοσμα και το γκροτέσκο της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ειδικά, στο θρυλικό «Τάβλι» του, ο Κεχαΐδης επαυξάνει με το εύρημα ενός παιχνιδιού που έχει αποτυπωθεί στο DNA του νεοέλληνα κι αποτελεί πρόφαση, αφορμή, αλλά και συνοδευτικό εργαλείο για το κουβεντολόι. Από την άλλη, συμβολίζει τη μοιρολατρική και αριβιστική του μενταλιτέ πάνω στη ζωή, όπου η ίδια η ισορροπία του σύμπαντος εξαρτάται από μια καλή ζαριά. Αυτοί οι ολοζώντανοι χαρακτήρες μοιάζουν να ξεπετάγονται από τη διπλανή πόρτα ή κι από την ίδια μας την αυλή. Είναι οι λαϊκοί και αναγνωρίσιμοι τύποι που σέρνουν το βάρος μιας πανανθρώπινης τραγικωμικότητας, σ’ έναν παιγνιώδη επιτραπέζιο διάλογο.
Ένα τέτοιο έργο δεν μπορεί παρά να είναι «δράμα ηθοποιών». Είναι λεπτοδουλειά που στις δοκιμές απαιτεί ένταση και αναζήτηση της κατάλληλης χημείας. Για δυο ηθοποιούς που δεν «γνωρίζονται» και τόσο καλά στο σανίδι, χρειάζεται επιπλέον μόχθος. Στην Κύπρο, δυστυχώς ο χρόνος για πρόβες δεν περισσεύει, αλλά και οι παραστάσεις έχουν σχετικά σύντομη διάρκεια. Παρακολουθώντας την πρόταση του Γιώργου Μουαΐμη αναλογιζόμουν πόσο πιο μεστή θα ήταν αν παιζόταν εντατικά για 1-2 μήνες και την παρακολουθούσα σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το ερμηνευτικό ύφος του Μάριου Στυλιανού αποπνέει αβίαστα μια λαϊκότητα –τόσο αβίαστα που φλερτάρει με την τυποποίηση- γεγονός που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργεί ευνοϊκότατα. Ο ίδιος φαίνεται να το γνωρίζει κι εδώ το αξιοποιεί δεόντως υποδυόμενος τον ιδεολόγο, αμφιταλαντευόμενο και κάπως αγαθιάρη Κόλλια. Ο πιο ευέλικτος Βασίλης Παφίτης χρειάστηκε να δουλέψει σκληρότερα για να συντονιστεί με τον χαρακτήρα του «ψημένου» στην πιάτσα και κομπιναδόρου Φώντα. Ωστόσο, σε κάποιες στιγμές μοιάζει να «ασθμαίνει» μέσα στο πετσί του ρόλου. Θα μπορούσα να φανταστώ πιο ταιριαστούς τους ηθοποιούς στους αντίθετους ρόλους, αλλά μπορεί αυτό να είναι απλώς μια εντύπωση.
Ο σκηνοθέτης επέλεξε μια γραμμή ελαφρώς εξπρεσιονιστική, αλλά και ταυτόχρονα συγκρατημένη, νοσταλγική. Σαν να μη θέλει να «σπάσει αυγά», να συγκρουστεί με το πνεύμα του συγγραφέα. Δεν λέω ότι υπάρχει και λόγος, δεν έχασε το έργο τη δυναμική του. Όμως, όταν γνωρίζεις ότι στο πρόσφατο παρελθόν έχει ανέβει λ.χ. με αφρικανικής καταγωγής ηθοποιούς να υποδύονται τους νεοέλληνες, όσο να ‘ναι αισθάνεσαι ότι λείπει μια φρεσκάδα στα κίνητρα. Όταν αντικείμενο της υποτιθέμενης κομπίνας είναι η εξαναγκαστική μεταφορά και εκμετάλλευση Αφρικανών με πλοίο, το πνεύμα της απάτης μοιάζει ακόμη πιο ξεκούδουνο σε μια εποχή που οι μετανάστες δεν χρειάζονται πια ιδιαίτερη πρόσκληση για ν’ αναζητήσουν το μέλλον τους στην Ευρώπη.