«Μελιηδής θυμός»: Μ’ αυτές τις δύο λέξεις αποδίδει ο Όμηρος στην Οδύσσεια αυτό που σήμερα θα προσδιορίζαμε σαν «γλυκειά ζωή». Τις απαντούμε στην ενδέκατη Ραψωδία της Οδύσσειας, γνωστής και ως «Νέκυια», όπου περιγράφεται η συνάντηση και η συνομιλία του Οδυσσέα με ψυχές νεκρών, αφού πρώτα ο πολυμήχανος ήρωας πρόσφερε σπονδές αίματος στον νεκρό μάντη Τειρεσία. Η σκηνή διαδραματίζεται στην χώρα των Κιμμερίων, στην άκρη του Ωκεανού.
 
Διάβασα, ή μάλλον μελέτησα τη Ραψωδία Λ με κάθε λεπτομέρεια για εξέταση στα Αρχαία Ελληνικά το 1950, φοιτητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Την διάβασα για δεύτερη φορά όταν το 1972 περιορίστηκα για δύο μήνες στο δωμάτιο μου ύστερα από καρδιακό επεισόδιο και τώρα, για τρίτη φορά, απομονωμένος και πάλι στο δωμάτιο μου, «ευάλωτος» και απομονωμένος (έχω περασμένα τα … ενενήντα) λόγω κορωνοϊού. Αντί να ακούω ή να διαβάζω τις ανατριχιαστικές περιγραφές και τα εξωφρενικά νούμερα των κρουσμάτων της πανδημίας προτίμησα να απολαύσω τις ανθρώπινες και καθόλου τρομαχτικές αναφορές των Ομηρικών «ειδώλων καμόντων» (των ψυχών των τεθνεότων) για τη ζωή και τον θάνατο. Όλβιοι ευτυχισμένοι και πλούσιοι όσοι μπορούν να διαβάσουν τη Ραψωδία Λ στο πρωτότυπο, αλλά και οι εξαίρετες νεοελληνικές μεταφράσεις του Δ. Ν. Μαρωνίτη και των Ν. Καζαντζάκη και Ι. Κακριδή είναι καλή δεύτερη επιλογή.
 
Είναι ευκολονόητο γιατί το περιεχόμενο της Ραψωδίας Λ της Ομηρικής Οδύσσειας αποτελεί σήμερα επίκαιρο ανάγνωσμα. Φιλοσοφεί για τη ζωή και τον θάνατο, με τρόπον απλό και με Ομηρική γλαφυρότητα. Παραθέτω μερικές χαρακτηριστικές στιχομυθίες:
Ο Οδυσσέας συναντά πρώτα-πρώτα τη ψυχή της μητέρας του, που του διηγείται πώς πέθανε η ίδια και πώς ζει ο πατέρας του, ο Λαέρτης:
«Ο θάνατος δεν με βρήκε μέσα στο παλάτι από αρρώστια, αυτή που μαραζώνει το κορμί του ανθρώπου και βγάζει τη ψυχή του. Μόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, λαμπρέ Οδυσσέα, για την ευγενική σου καλοσύνη – αυτά μου στέρησαν τη γλύκα της ζωής» (μελιηδέα θυμόν).
Αυτή είναι η μοίρα των βροτών (θνητών), όταν κάποιος πεθαίνει: δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκκαλα του˙ όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς, μόνο η ψυχή πάει πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει.»
(μετάφραση Δ.Ν. Μαρωνίτη).
 
Μια άλλη χαρακτηριστική στιχομυθία είναι με την ψυχή του Αχιλλέα, που ερωτά τον πολυμήχανο Οδυσσέα:
«Πώς τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου νεκροί μονάχα κατοικούν, δίχως το νού τους πια, είδωλα και σκιές βροτών που έχουν πεθάνει».
Ο Οδυσσέας προσπαθεί να παρηγορήσει τον Αχιλλέα, λέγοντάς του:
«Αχιλλέα, του Πηλέα γιε, ο πρώτος κι ο καλύτερος των Αχαιών, ήλθα γυρεύοντας τον Τειρεσία, μήπως μου δώσει κάποια συμβουλή, το πώς θα φτάσω στην τραχιάν Ιθάκη. Γιατί δεν ζύγωσα ακόμη στη δική μας γη, δεν πάτησα το χώμα της πατρίδας˙ με δέρνει πάντα το κακό. Εσένα, όμως,
Αχιλλέα, κρίνω πως δεν υπάρχει άλλος σου ευτυχέστερος, ούτε από όσους έζησαν στο παρελθόν, μήτε από εκείνους που θα’ρθουν στο μέλλον.
Αφού, και ενόσω ζούσες, όλοι μας σε τιμούσαμε σαν να’σουνα θεός,
οι Αργείοι, αλλά κι εδώ που βρίσκεσαι με τους νεκρούς,
μένει μεγάλη η δύναμή σου˙ γι’ αυτό, Αχιλλέα, μη θλίβεσαι
και μην πικραίνεσαι πολύ στον θάνατό σου.»
Σ’ αυτά τα λόγια μου εκείνος αμέσως ανταπάντησε μιλώντας:
«Μη θες να με παρηγορήσεις για το θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε˙ θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιός, παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.»
(μετάφραση Δ.Ν. Μαρωνίτη)
 
Θα μπορούσε κανείς να γράψει ολόκληρο βιβλίο για τη Ραψωδία Λ της Οδύσσειας και το πώς αντιμετώπιζαν οι αρχαίοι Έλληνες το φαινόμενο της ζωής και του  θανάτου. Κι’ όχι μόνον οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά η ανθρωπότητα γενικώς, από καταβολής κόσμου, από την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στον πλανήτη μας. Τα φαινόμενα της ζωής και του θανάτου αποτελούν τη βάση όλων των θρησκειών  που προσπάθησαν να δώσουν ερμηνείες κι ελπιδοφόρα μηνύματα στο ανθρώπινο γένος που με δέος τα παρακολουθεί, αδύναμο να τα επηρεάσει. Πόσοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τη ζωή και τον θάνατο! «Γλυκειά η ζωή κι’ ο θάνατος μαυρίλα», τραγούδησε ο Διονύσιος Σολωμός. Η Κυπριακή αρχαιολογία και τέχνη, κυρίως των προϊστορικών περιόδων, προσφέρουν πλουσιότατο υλικό για μελέτη και έρευνα. Ελπίζω μερικοί από τους αναγνώστες αυτού του κειμένου να ενδιαφερθούν να ερευνήσουν ευρύτερα το θέμα, που είναι όχι μόνο ενδιαφέρον αλλά και επίκαιρο.
 
Φωτογραφία: Αττικός ερυθρόμορφος κρατήρας, 515-510π.Χ. έργο του αγγειογράφου Ευφρόνιου. Απεικονίζει τη μεταφορά του νεκρού Σαρπηδόνα από τον Ύπνο και τον Θάνατο στην πατρίδα του Λυκία (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη).