Συνθέτης, στιχουργός, δάσκαλος παραδοσιακής μουσικής και λαούτου στα Μουσικά Σχολεία και μαέστρος της Δημοτικής Χορωδίας Δερύνειας, ο Γιώργος Καλογήρου λέει ότι είναι λάθος να δημιουργείς τη μουσική «που θέλει ο κόσμος», επειδή πιστεύει ότι ο κόσμος εκπαιδεύεται από την τέχνη. «Στην Κύπρο έχουμε κρίση αισθητικής, η οποία είναι χειρότερη από την οικονομική κρίση», είναι η άποψή του. Αφορμή για τη συνάντησή μας υπήρξε μια συναυλία με μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, από αυτά που ο νομπελίστας ποιητής έγραψε για την Κύπρο.
-Ετοιμάζεις μια συναυλία με μελοποιημένα ποιήματα του Σεφέρη. Τι περιλαμβάνει αυτή η δουλειά; Αυτή τη συναυλία την παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το 2011, μετά από πρόταση του ιδρύματος Artos, για τα 40 χρόνια από τον θάνατο του Σεφέρη. Η συναυλία που θα γίνει στις 13 Οκτωβρίου, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, γίνεται με διοργανωτή το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Θα παρουσιάσουμε μελοποιημένα τα ποιήματα του Ερωτικού Λόγου και επτά ποιήματα από τη συλλογή «Ημερολόγιο καταστρώματος Γ’», που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1955. Στα τρία ταξίδια του στην Κύπρο, το 1953, το 1954 και το 1955, ο Σεφέρης έγραψε κάποια από τα σπουδαιότερα ποιήματά του, αφιερωμένα στο νησί. Τα ποιήματα αυτά –η «Σαλαμίνα της Κύπρος», « Όνειρο», «Αγία Νάπα Β», η «Ελένη» κ.ά.– εκφράζουν απόλυτα την ιστορία και την ταυτότητα της Κύπρου, έχοντας ιδέες και αξίες που παραμένουν διαχρονικές και επίκαιρες. Ενέταξα και το ποίημα «Επί ασπαλάθων», που δεν ανήκει στο Ημερολόγιο Καταστρώματος. Αγαπώ ιδιαίτερα αυτό το ποίημα γιατί αναφέρεται στους τυράννους της χούντας.
-Τι σε συγκινεί στην ποίηση του Σεφέρη; Στην ποίηση του Σεφέρη με συγκινεί που μου αποκαλύπτονται οι ρίζες, η ταυτότητα και η συνείδησή μας. Δεν είναι «ξιπασμένη» η ποίησή του ούτε υπερφίαλη. Στα ποιήματα που έγραψε για την Κύπρο βλέπουμε ότι τη συνδέει με το ελληνικό κέντρο χωρίς να καταργεί την ιδιαίτερη ταυτότητα του τόπου.
-Πώς προσεγγίζεις μουσικά τα ποιήματα; Όταν έχεις στα χέρια σου ένα ποίημα, πρέπει να υπηρετήσεις τον στίχο και όχι τον εαυτό σου. Κάποια ποιήματα δεν μελοποιούνται και χρησιμοποιώ αφηγητή, τον ηθοποιό Νεοκλή Νεοκλέους. Τα τραγούδια θα τα ερμηνεύσω εγώ και η Αργυρώ Χριστοδούλου. Ενορχηστρωτικά χρησιμοποιώ παραδοσιακά όργανα και σύγχρονα…της Δύσης –που λέμε. Ήθελα με αυτό τον τρόπο να δείξω τους δύο κόσμους του Σεφέρη ο οποίος ήταν ένας αστός διπλωμάτης και είχε σχέσεις με τη Δύση, όμως είχε μέσα του και μια βαθιά παράδοση.
-Πώς άρχισε η σχέση σου με τη μουσική; Ξεκίνησα μουσικές σπουδές από οκτώ χρονών με κλασικό βιολί μέχρι τα 17 μου με τον Δημήτρη Πετρίδη στο Εθνικό Ωδείο. Στη Θεσσαλονίκη συνέχισα με παραδοσιακό βιολί.
-Στο σπίτι τι ακούσματα είχες; Ο πατέρας μου είναι θεολόγος και ιερέας και η μητέρα μου φιλόλογος. Συνεπώς, ήμουν πολύ κοντά στη βυζαντινή μουσική αλλά και στη μελοποιημένη ποίηση μέσα από τα έργα Ελλήνων συνθετών. Ήξερα τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού και το Καπνισμένο Τσουκάλι του Ρίτσου απ’ έξω. Θυμάμαι τα Τραγούδια του Αγώνα του Θεοδωράκη, το Άξιον Εστί, τραγούδια του Ξυλούρη… Είχα όμως πολύ καλούς δασκάλους στο δημοτικό που με έμαθαν μουσική. Η κ. Ντίνα Κωνσταντινίδου ήταν μια εξαιρετική δασκάλα, όπως και η πρώτη μου δασκάλα βιολιού, η κ. Γεωργία Ορφανού.
-Και στην εφηβεία σου τι άκουγες; Άκουγα κλασική μουσική από μικρός και συνέχισα στην εφηβεία. Άκουγα επίσης κλασικό ροκ και ελληνική έντεχνη μουσική. Από ελληνικό ροκ τον Σιδηρόπουλο, τον Άσιμο, τις Τρύπες. Τα Διάφανα Κρίνα μου άρεσαν πολύ για τον στίχο τους. Μαζί με αυτά, άκουγα Led Zeppelin, Doors και Beatles. Από το γυμνάσιο ήδη έγραφα μουσική και άρχισα να μελοποιώ ποίηση, έπαιζα επίσης κιθάρα και άρχισα να τραγουδώ.
-Από τη Θεολογία πώς βρέθηκες στις μουσικές σπουδές; Πόσο σε επηρέασε στο κάθε ένα η Θεσσαλονίκη; Σπούδαζα ταυτόχρονα στη θεολογική σχολή και στη μουσική σχολή «Εν χορδαίς». Η Θεσσαλονίκη με καθόρισε μουσικά. Έζησα εννιά χρόνια εκεί. Έπαιζα μουσική, σπούδασα λαούτο, γνώρισα μουσικούς και συνεχίζω να έχω επαφές. Ήμουν στην εξαιρετική τετράφωνη χορωδία νέων «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος», ως χορωδός και ως σολίστ. Είχαμε συνεργαστεί με τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Μάριο Τόκα, τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήταν πολύ σπουδαίες εμπειρίες που με έκαναν να αγαπήσω βαθιά το τραγούδι, χάρη στον μαέστρο και συνάμα καθηγητή μου στη Θεολογική σχολή Χρυσόστομο Σταμούλη.
-Είχες σκεφτεί να κάνεις καριέρα ως μουσικός στην Ελλάδα; Το 2010 μετακόμισα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, όπου σχεδίαζα να μείνω μόνιμα. Όμως τα πράγματα ήταν πολύ σκληρά με την κρίση και έτσι τον επόμενο χρόνο γύρισα στην Κύπρο. Εδώ με έφερε μια θέση καθηγητή μουσικής σε ιδιωτικό σχολείο. Έπειτα, από το 2012 μέχρι και σήμερα, συνεχίζω ως καθηγητής βυζαντινής μουσικής, λαούτου και παραδοσιακής μουσικής στα Μουσικά Σχολεία Αμμοχώστου και Λάρνακας.
-Υπάρχει ενδιαφέρον από τους νέους για το λαούτο; Όταν σπούδαζα λαούτο στη Θεσσαλονίκη, στην Κύπρο ήταν ακόμα υποτιμημένο. Τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε μια στροφή προς τα παραδοσιακά όργανα. Σ’ αυτό βοήθησε το γεγονός ότι κάποιοι γνωστοί καλλιτέχνες άρχισαν να τα εντάσσουν στη δουλειά τους μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, όπως για παράδειγμα ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Παπάζογλου, οι Χαΐνηδες. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την παράδοση του τόπου μας και να τη φέρουμε στο σήμερα μέσα από μια φρέσκια ματιά. Αυτή η προσέγγιση ελκύει τους νέους. Χρειάζονται βέβαια τα κατάλληλα πρότυπα. Σημαντική για μένα ήταν η επαφή μου στην Κρήτη με τον Γιώργη Ξυλούρη και τον Ross Daly. Στο Χουδέτσι κατέβαινα συχνά για σεμινάρια λαούτου με τον Γιώργη. Με τον Daly έκανα σεμινάριο σύνθεσης και ενορχήστρωσης.
-Ποιες ήταν οι σημαντικότερες θεατρικές σου δουλειές στην Κύπρο; Ξεκίνησα μια σειρά από μουσικοθεατρικούς ποιητικούς μονολόγους. Ο πρώτος ήταν «Τα Γράμματα στη Μητέρα» του Κώστα Μόντη, με την Έλενα Χατζηαυξέντη, ο οποίος έγινε με αφορμή το έτος Μόντη και ανέβηκε και στην Αθήνα. Μετά κάναμε μαζί με τον Νεοκλή Νεοκλέους τον «Αποχαιρετισμό» του Γιάννη Ρίτσου. Επίσης, σημαντική για μένα είναι η πολυετής συνεργασία μου με τη θεατρική ομάδα «Δημιουργείν».

-Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε μια νέα μουσική κοινότητα στην Κύπρο με αξιόλογους μουσικούς; Ποια η σχέση σου μαζί τους; Νιώθω πολύ προικισμένος που έχω πολύ καλούς φίλους μουσικούς. Αξίζει να αναφέρω τη Βασιλική Αναστασίου, μια εξαιρετική μουσικό, που διασκεύασε το τραγούδι μου «Ξενιτιά του Έρωτα», και το συμπεριέλαβε στο δίσκο της «Vasiliki Anastasiou – Τhe Amalgamation Project». Επίσης, τα παιδιά της Λουβάνα με τους οποίους συνεργάστηκα φέτος ως εισηγητής σεμιναρίου δημιουργικής γραφής στο μουσικό χωριό «Φέγγαρος». Στενή μου συνεργάτης είναι επίσης η σύζυγός μου, η Αργυρώ Χριστοδούλου.
– Πώς είναι να συμβιώνουν δυο μουσικοί στο ίδιο σπίτι; Δημιουργικό! Η Αργυρώ διδάσκει φωνητική και τραγουδά. Πολλές φορές με διορθώνει στο τραγούδι, ενώ συχνά κάνουμε πρόβες στο σπίτι. Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη μουσική.
-Πόσο δύσκολο είναι να ασχολείται κάποιος με το ποιοτικό τραγούδι στην Κύπρο; Είναι πολύ δύσκολο. Η εικονική ευμάρεια έκανε μεγάλη ζημιά. Έχουμε όμως μουσικούς που έκαναν και κάνουν σπουδαία δουλειά στην Κύπρο, όπως ο Ευαγόρας Καραγιώργης, ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης, ο Γιώργος Κοτσώνης, ο Μάριος Τόκας, οι οποίοι επηρέασαν εμάς τους νέους και μας δίνουν θάρρος!
-Υπάρχει ανταπόκριση από το κοινό για τη δουλειά σας; Υπάρχει κόσμος που βαρέθηκε τον πολιτισμό του χαβαλέ και πολλοί νέοι που ψάχνουν καλή μουσική. Είναι λάθος να σκέφτεσαι ότι πρέπει να παίζεις τη μουσική που θέλει ο κόσμος. Ο κόσμος εκπαιδεύεται από την τέχνη. Και έχεις ευθύνη γι’ αυτό όταν κάνεις τέχνη! Φέτος, στο Μουσικό Χωριό, είχαμε πολλούς μαθητές των Μουσικών Σχολείων οι οποίοι άρχισαν να αναπτύσσουν ένα καλό καλλιτεχνικό αισθητικό κριτήριο. Στην Κύπρο έχουμε κρίση αισθητικής που είναι χειρότερη από την οικονομική κρίση.
-Το ίντερνετ σας έχει βοηθήσει στην προβολή της δουλειάς σας; Είναι δίκοπο μαχαίρι. Μέσω του ίντερνετ προωθείται η δουλειά μας, τη στιγμή που το θέμα δισκογραφική εταιρεία τέλειωσε. Μπαίνουμε στο στούντιο με δικά μας έξοδα για να κάνουμε ένα τραγούδι που θα βγάλουμε στο διαδίκτυο. Ένας συνθέτης δεν μπορεί να περιμένει ότι θα ζήσει από τη μουσική. Εγώ έχω πολύ υλικό στο συρτάρι το οποίο είναι ανέκδοτο και περιμένει σειρά. Όλοι σκοντάφτουμε στο οικονομικό. Το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο ξεκαθαρίζει, αλλά ακόμη υπάρχουν δυσκολίες.
-Ωστόσο υπάρχει μια στροφή τα τελευταία χρόνια στο βινύλιο. Υπάρχει, στην Αγγλία. Εκεί δίνουν ένα πακέτο με το βινύλιο, το CD και ένα USB. Μπορεί να μη βγαίνουν 10.000 CDs, αλλά βγαίνουν 500. Υπάρχει ένα κοινό που ενδιαφέρεται. Σε καλές ποιοτικές δουλειές είναι σημαντικό να έχεις στα χέρια σου το CD, να πάρεις τον δίσκο, να τον ανοίξεις και να τον μυρίσεις, να διαβάσεις τους στίχους και ποιοι παίζουν. Δε γίνεται στην Κύπρο να μην ενημερωνόμαστε για το τι γίνεται δισκογραφικά στην Ελλάδα. Όποτε πάω στην Αθήνα, γεμίζω μια τσάντα με δίσκους. Στην Ελλάδα, μέσα σ’ αυτή την κρίση, βγαίνουν τόσα καινούργια και αξιόλογα πράγματα σε ατομικό επίπεδο, που είναι άξιο θαυμασμού. Νιώθω ότι παίρνω οξυγόνο κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί.
-Έχεις ανοιχτά και κάποια κανάλια επικοινωνίας με μουσικούς από την Ελλάδα; Ναι, προσπαθώ να κρατώ επαφές με ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί όπως οι σπουδαίοι συνθέτες Χρήστος Λεοντής και Μιχάλης Χριστοδουλίδης, οι νέοι μουσικοί και δημιουργοί Θάνος Σταυρίδης, Πάνος Μπούσαλης και Γιώργος Καγιαλίκος, και οι στιχουργοί Μάνος Ορφανουδάκης και Αθανασία Γιασουμή – Κύπρια στην καταγωγή. Εξαιρετικές περιπτώσεις νέων δημιουργών που με κάνουν να νιώθω αισιόδοξος για το μέλλον.
Info
Η συναυλία «Τραγούδια καταστρώματος» του Γιώργου Καλογήρου με μελοποιημένα ποιήματα του Σεφέρη θα παρουσιαστεί στις 13 Οκτωβρίου στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου με διοργανωτή το Ανοικτό Πανεπιστημίο Κύπρου, στις 20:30 μ.μ.