Το μιούζικαλ «Cats» σε σκηνοθεσία Γκραντ Μέρφι: Οι γάτες της σκηνής και της καρδιάς μας.
Ντιέγκο, Τόσκα, Άμλετ, Κλάους, Στράους, Μοργκάνα, Νόρμα, Οφηλία. Η ονοματοδοσία των γατιών δεν είναι μια επιπόλαιη κι ανάλαφρη ασχολία. Εμάς ως εκεί έφτασε η «έμπνευση» για τη… ληξιαρχική διαδικασία προσωποποίησης των γούνινων συγκατοίκων μας. Για τον νομπελίστα Τόμας Στερνς Έλιοτ, που έγραψε και το σχετικό ποίημα στο «Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ», κάθε μια γάτα «ονόματα πρέπει να έχει τρία»: ένα το καθημερινό, ένα αυτό που της ταιριάζει κι ένα όνομα άρρητο και μυστικό «που ο άνθρωπος δεν ξέρει και γάτα σ’ άνθρωπο μπροστά ποτέ δεν αναφέρει» (μτφ Παυλίνα Παμπούδη και Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις Άγρα).
Η δική μας οικόσιτη, ετερόκλητη, άσπονδη αγέλη επιβεβαιώνει όλους τους κανόνες που διέπουν την προαιώνια σχέση του τόσο προβλέψιμου είδους μας μ’ αυτόν τον αιλουροειδή σατανά, αυτό το απρόβλεπτο και ιδιόρρυθμο πλάσμα που πλάστηκε να το υπηρετούμε. Έχω περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ζωή με γάτες κι αντί να πλησιάζω στη λύση του γρίφου τους, ολοένα κι απομακρύνομαι. «Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει» λέει το ποίημα κι ίσως κάποτε το πάρω απόφαση και παραδοθώ στο ανόσιο μυστήριο. Εδώ παραδόθηκε κοτζάμ Έλιοτ και κοτζάμ βαρόνος Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, εγώ θα το παίζω δύσκολος;
Από τον οίστρο του πρώτου και το σπάνιο χάρισμα του δεύτερου προήλθε κι ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του παγκόσμιου μουσικού θεάτρου, που θα μπορούσε κανείς να δει και ως μια διαχρονική, βαθιά καλλιτεχνική μελέτη πάνω στην πολυποίκιλη φύση του συγκεκριμένου ζώου, αλλά και του ανθρώπου. Το «Cats» δεν παραμένει τυχαία στα άνω δώματα της πυραμίδας των πιο επιτυχημένων προτάσεων στο Μπρόντγουεϊ και το Γουέστ Εντ. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι απουσιάζει από τον σκελετό του μια στέρεα θεματική και μια συνεκτική πλοκή.
Είναι όμως κάτι πέρα από την –κλασική πια- μουσική σύνθεση, το χτυπητό θέαμα, το γυαλιστερό κέλυφος με τα φροντισμένα, εντυπωσιακά κοστούμια, σκηνικά, φτιασίδια και φώτα, τις σχεδόν ακροβατικές, αισθησιακές και μεγάλης ακρίβειας χορογραφίες, την επιβλητική σκηνική μεταμόρφωση των ερμηνευτών σ’ ένα ετερογενές μπουλούκι αιλουροειδών. Η περίοπτη θέση στην καρδιά των φίλων του είδους κερδήθηκε από την πυροδότηση της φαντασίας που προκαλεί, με φόντο τον «εξανθρωπισμό» της ιδιαίτερης φύσης του «ιερού» τετράποδου (ή μήπως την εξαιλουροποίηση του ανθρώπου;)
Είναι σαφές ότι μια απόπειρα ανεβάσματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ελαφρότητα. Ειδικά όταν έχει πέσει και βαριά η σκιά της απόλυτα αποτυχημένης και κατακραγμένης κινηματογραφικής μεταφοράς από τον Τομ Χούπερ. Θα αρκούσε άραγε η υψηλού ρίσκου συνταγή μιας προσαρμοσμένης για την Κύπρο παραγωγής με άρωμα Γουέστ Εντ που είδαμε με ικανοποιητικά αποτελέσματα τα προηγούμενα χρόνια; Ο «εφτάψυχος» Γκραντ Μέρφι, σκηνοθέτης και ιθύνων νους και του περσινού «The Sound Of Music», έδωσε την απάντηση επί σκηνής και ήταν καταφατική. Συγκέντρωσε ένα αποτελεσματικό χαρμάνι συντελεστών έμπειρων και μπαρουτοκαπνισμένων, ανερχόμενων και φιλόδοξων, πρωτοεμφανιζόμενων και διψασμένων.
Πάνω στα γερά θεμέλια του ζεύγους χορογράφων Σαμ και Αλέξια ΜακΑβόι, του καταξιωμένου μαέστρου Άντονι Γκαμπριέλ και του στενού συνεργάτη του Μπεν Μ. Ρότζερς στον σκηνικό και φωτιστικό σχεδιασμό, σχεδίασε άρτια και με κάθε λεπτομέρεια την επάνδρωση του εγχειρήματος. Βασικό «όπλο» ήταν το κίνητρο των ερμηνευτών. Πρόκειται για νέους καλλιτέχνες, καλά εκπαιδευμένους στο τραγούδι και τον χορό, αποφασισμένους να κολυμπήσουν στα βαθιά και σκοτεινά νερά ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος –ίσως του πιο ανταγωνιστικού που υπάρχει.
Δεν υπάρχουν σταρ, αφού η πιο γνωστή είναι η πρωταγωνίστρια Λούσι Ο’ Μπερν, φιναλίστ του 4ου βρετανικού «The Voice» το 2015. Ερμήνευσε –κυρίως φωνητικά- μια Γκριζαμπέλα συγκρατημένη όσο και σπαρακτική, αποφεύγοντας να κάνει επίδειξη σοπρανίστικων λαρυγγισμών. Η ερμηνεία του «Memory» είναι το πιο καθοριστικό σημείο του έργου κι αυτό που θα αποτυπωθεί στη μνήμη των θεατών. Κι αυτό «κλείδωσε», παρά το γεγονός ότι για τους γνώστες η ορίτζιναλ ερμηνεία της Ελέιν Πέιτζ έθεσε τον πήχη στα ουράνια. Από εκεί και πέρα, αρκούσε να βρεθεί η τεχνική χημεία και η συγκέντρωση των υπόλοιπων ερμηνευτών.
Το φροντισμένο αποτέλεσμα δικαιολογεί την καθιέρωση του θεάματος και δεν πρέπει να είμαστε αχάριστοι και υπεραπαιτητικοί. Ο θέσμος ανταγωνίζεται μόνο τον εαυτό του. Σε όποιον δεν αρέσει, ας πεταχτεί μέχρι το Γουέστ Εντ.
Φιλgood, τεύχος 255