«Το κορίτσι που επιμένει» σε σκηνοθεσία Μαρίνας Βρόντη και μια συζήτηση για την ηλικιακή κατάταξη των θεατρικών παραστάσεων. 
Το θέατρο είναι ένας έξοχα ψυχαγωγικός τρόπος να διευρύνουμε την κατανοητική μας ικανότητα σχετικά με τον εαυτό μας και τον περίπλοκο κόσμο μας. Όχι την ικανότητά μας να διαλευκάνουμε το ανεπίλυτο μυστήριο της ύπαρξης, αλλά να πυροδοτήσουμε τη φαντασία μας και τη δημιουργικότητά μας για να αντιμετωπίσουμε την υπέρτατη πρόκληση με δίψα και περιέργεια. Είναι μια συνθήκη στην οποία μπορεί να εξελιχθεί η εφευρετικότητα και η αναλυτικότητα του ανθρώπινου μυαλού. Αυτό δεν αφορά μόνο το παιδικό θέατρο.
Υπάρχει μια παρεξήγηση, κατά τη γνώμη μου, ότι το παιδικό θέατρο πρέπει να στοχεύει πρώτιστα στη γαλούχηση του θεατρόφιλου του αύριο, να λειτουργεί περίπου σαν «σχολή εκπαίδευσης θεατών». Δεν μπορώ να παραλείψω από τον συλλογισμό και τις ουκ ολίγες περιπτώσεις παραγωγών που μπορεί να έχουν τις καλύτερες των προθέσεων αλλά ερεθίζουν τις άγουρες κεραίες του νεαρού θεατή και φλερτάρουν επιφανειακά μαζί του παλιμπαιδίζοντας, προτείνοντας ένα αποτέλεσμα απλοϊκό, συγκαταβατικό που εν τέλει περιορίζεται μέσα στη σφαίρα της σαχλότητας. Αυτή η πατερναλιστική προσέγγιση δεν είναι απλώς αναποτελεσματική ή ακυρωτική, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και επιζήμια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο αισθητικό κριτήριο του ανήλικου θεατή.
Θέλω να πω ότι ο βασικός στόχος μιας παράστασης πρέπει να είναι ο ίδιος, ανεξαρτήτως του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Ο όρος «παιδική παράσταση» άλλωστε, ακόμη και ηλικιακά να το πάρουμε, παραμένει γενικός. Ένα παιδί 10 ή 12 ετών έχει πιο ανεπτυγμένες ικανότητες επεξεργασίας εικόνων και μηνυμάτων σε σχέση με ένα παιδί 4 ή 6 ετών. Και η κλίμακα αναλόγως μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Δεν είναι κακό να απευθύνεσαι σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα αρκεί πρώτιστα αυτό να μην εγκλωβίζει το όραμά σου και κατά δεύτερον ο στόχος σου να είναι ξεκάθαρος και να μην παλινδρομείς μεταξύ φορμών που προσπαθούν να πολιορκήσουν εναλλάξ ή ταυτόχρονα όλα τα ακροατήρια.
 
Είναι γνωστό ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει ρυθμιστικό πλαίσιο για την ηλικιακή κατάταξη των θεατρικών παραστάσεων ανάλογο με αυτό που υπάρχει στον κινηματογράφο. Και το πρόβλημα είναι ότι προκύπτουν περιπτώσεις που προσπαθώντας να προσαρμοστούν σ’ αυτό το δεδομένο στο τέλος καθίστανται, αν όχι ακατάλληλες, τουλάχιστον προβληματικές για όλους.
 
Αν υπάρχει ένας θεατρικός φορέας στην Κύπρο που καλείται να τα λάβει όλα αυτά υπόψη, αυτός είναι φυσικά ο ΘΟΚ. Έχει την τεχνογνωσία να το κάνει και η αλήθεια είναι ότι το προσπαθεί, όμως η εξίσωση είναι περίπλοκη. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη την ιστορία αλλά και τον ευρύτερο ρόλο που διαδραματίζει ο επιχορηγούμενος κρατικός οργανισμός σε σχέση με τη θεατρική ανάπτυξη, το παιδικό θέατρο και η Σκηνή 018 θα έπρεπε να είναι η βιτρίνα του, η πιο εμβληματική και μελετημένη σκηνή του. Δεν θυμάμαι να παρακολούθησα ποτέ αυτό που λέμε «κακή παράσταση» στην παιδική σκηνή, συχνά όμως έτυχε να δω παραγωγές με ποιοτικότατες προδιαγραφές που όμως εξέπεμπαν αναποφασιστικότητα και αμηχανία πάνω στη σπουδή τους να απευθυνθούν σε όσο το δυνατόν πλατύτερο παιδικό κοινό, αν είναι δυνατόν –που δεν είναι- να καλύψουν και όλο το φάσμα που υποδηλοί το όνομα της σκηνής.
 
Έχω την αίσθηση ότι η τρέχουσα παραγωγή της Σκηνής 018 με το έργο του Τηλέμαχου Τσαρδάκα «Το κορίτσι που επιμένει» χαρακτηρίζεται από μια «ανάγλυφη», ασθμαίνουσα προσπάθεια να προτείνει μια σοβαρή λύση πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα. Θεματικά και υφολογικά είναι ξεκάθαρο ότι απευθύνεται σε παιδιά τουλάχιστον του δημοτικού. Από την πρώτη μέχρι την έκτη βέβαια υπάρχει μια σαφής διακύμανση. Η Μαρίνα Βρόντη και οι συνδημιουργοί της ακολουθούν μια ιδιόμορφη γραμμή για να προσεγγίσουν όλο το στοχευμένο φάσμα «δοσολογικά». Δηλαδή είχε λίγο για όλους. Με μια κλιμάκωση που ξεκινούσε από τα μικρότερα παιδιά για να φτάσει και να κατασταλάξει στα μεγαλύτερα. Η πρώτη εντύπωση που δίνεται είναι ότι φλερτάρει με τους πιο άγουρους θεατές. Κι επειδή η πρώτη είναι συνήθως η καθοριστική, αυτό ίσως ήταν που «παρέσυρε» γονείς παιδιών μικρότερης ηλικίας να τα φέρουν στο θέατρο.
 
Δεν κατηγορώ κάποιον, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι μιλάμε για μια παραλλαγή του μύθου του Ορφέα και της Ευριδίκης. Μπορεί η εκδοχή του Τσαρδάκα να εστιάζει στο θάρρος, την επιμονή και την αφοσίωση, όμως δεν παύει να πραγματεύεται το μοτίβο του θανάτου και της μάταιης προσπάθειας του ανθρώπου να τον κατανικήσει. Όχι και το πιο βατό θέμα να διαχειριστεί ένας 5χρονος. Όταν η παράσταση βρίσκει τον τόνο της –κι αυτό δεν αργεί- είναι μια ολοκληρωμένη, ευαίσθητη και ευέλικτη πρόταση, ένα δροσερό και τραγανό μουσικό παραμύθι, μια στρωτή πνευματική περιπέτεια που σφύζει από διαχρονικές αλήθειες και προβληματισμούς. Έχει όμως ήδη «χάσει» τους πιο μεγάλους θεατές, τους «σνομπ» γυμνασιόπαιδες.
 
Το παραβλέπουμε αυτό και εστιάζουμε στην ειλικρινή πρόθεση των συντελεστών να πραγματευτούν δύσβατα υπαρξιακά ζητήματα με τρυφερή και παιγνιώδη ματιά, αγγίζοντας κάθε επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης, γυμνάζοντας το μυαλό και αναδεύοντας τα συναισθήματα. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια πρόταση που εμπλουτίζει τη συζήτηση για την καλλιέργεια της σχέσης με το ζωντανό θέατρο, η οποία αφορά το ευρύ ακροατήριο κι όχι μόνο τους ανήλικους. Το εικαστικό και μουσικό κομμάτι συμβάλλει στο ξεκλείδωμα του πολυσύνθετου μύθου και τη μεταφύτευσή του στα επιδιωκόμενα αφηγηματικά κανάλια.