«Είχα προτείνει να χαρίσω έργο στην Πινακοθήκη Αθηνών και μου είπαν ότι βασικά δεν έχουν χώρο». Μ’ αυτή την ανεκπλήρωτη επιθυμία έφυγε ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν (1943- 2026), ένας Κύπριος δημιουργός με σταθερή παρουσία στον ελλαδικό χώρο, τόσο εκθεσιακά όσο και εκδοτικά, με μια αυτοβιογραφική πενταλογία που «δεν είναι μυθιστόρημα αλλά έργο ζωής… αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς», όπως είπε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του.
Πράγματι, οι ταυτοτικές αναζητήσεις των Κυπρίων στην αφετηριακή δεκαετία του ‘50 διαφέρουν από τις τρέχουσες των απελεύθερων νεώτερων, κάτι που ασφαλώς σχετικοποιεί και την… έλλειψη χώρου στο κατά προσομοίωση εθνικό κέντρο της «πινακοθήκης Αθηνών», μια πρόφαση που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως απόρριψη, σε αντίθεση με την ευμενή αποδοχή μιας άλλης δωρεάς του προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το δεκαμερές έργο «Όμηροι 2000».
Μπορεί η αναφορά σ’ ένα ιδεατό έστω «εθνικό κέντρο» να προκαλεί σήμερα θυμηδία, ίσως και ανατριχίλα. Ωστόσο, τα συναφή ερωτήματα που έθεσε πριν λίγο καιρό ένας διεισδυτικός ιστορικός τέχνης, ο Μάνος Στεφανίδης, μόνο λύπη προκαλούν:
«Δεν είναι ντροπή -αλλά πάνω από όλα δεν είναι εθνικό λάθος- να μην εκτίθενται οι μεγάλοι Κύπριοι καλλιτέχνες στα ελλαδικά μουσεία;
Δεν είναι ντροπή έργα του Άγγελου Μακρίδη, του Κουρούσιη, του Θεόδουλου ή του Νίκου Χαραλαμπίδη να μην εκτίθενται στο ΕΜΣΤ; Δεν είναι ενιαίος και κοινός ο ελληνικός πολιτισμός, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο;
Δεν είναι ντροπή έργα του Τηλέμαχου Κάνθου, του Αδαμαντίου Διαμαντή, του Χριστόφορου Σάββα ή του Στέλιου Βότση να μην εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας, λες και όλοι αυτοί δεν είναι Έλληνες; Πρόκειται μόνο για άγνοια ή για συνειδητή επιλογή; Είναι δυνατόν τα δύο μουσεία του νεότερου πολιτισμού στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους να είναι αποκλειστικά αθηναιοκεντρικά και τόσο μονοδιάστατα;»
Δυστυχώς, πρόκειται και για τα δύο, την υποτίμηση της στρατηγικής σημασίας ενός τέτοιου ανοίγματος αφενός και φοβική αποστασιοποίηση αφετέρου, τόσο εκ μέρους των υπηρεσιακών όσο και των ιδίων των καλλιτεχνών.
Αντιθέτως, παραδειγματικά ολιστική, πολιτική ουσιαστικά, η θεώρηση των πραγμάτων εκ μέρους ενός ελλαδίτη εικαστικού, όπως συνάγεται από το παραμυθητικό ραβασάκι που έστειλε κάποτε ο Σωτήρης Σόρογκας στους δικούς του στη Λευκωσία, Ιούνης του ’23:
«Η Κύπρος είναι για μένα η μακρινή πατρίδα που δεν αξιώθηκα ποτέ να γνωρίσω από κοντά. Στα νεανικά μου χρόνια κινδύνευσα στις διαδηλώσεις για την “Ένωση” και έσκυψα με κατάνυξη στους νεομάρτυρες Αγίους Καραολή και Δημητρίου, τέκνα της πολύπαθης φυλής μας, ταυτισμένα με μια ανεξήγητα τιμωρό μοίρα αιώνων, τροφοδοτούμενη μεθοδικά και αενάως από τον κτηνώδη τουρκικό επεκτατισμό, τον εθισμένο σε γενοκτονίες και βαρβαρότητες.
Ο Σεφέρης δεν ήταν τυχαία δεμένος με την Κύπρο. Έμφορτος βιωμάτων, διωγμών και προσφυγιάς, ήταν ο ίδιος “ο καημός της ρωμιοσύνης”. Τη φωνή πατρίδας την άκουγε και ως “κραυγή βγαλμένη απ’τα παλιά νεύρα του ξύλου” στο μαγγανοπήγαδο- τ’αλακάτιν.
Έτσι ο Σεφέρης -μέγας δάσκαλος στη ζωή μου- έγινε η ανοιχτή θύρα μιας διαρκούς πνευματικής επικοινωνίας μου με την Κύπρο, όπως και οι άνθρωποί της που γνώρισα.
Θυμάμαι τους μαθητές μου στο Πολυτεχνείο, με την ιδιότυπη πραότητα και τον σεβασμό τους. Θα αναφέρω μόνο τον Χρίστη Λοϊζίδη, επειδή τυχαίνει να θυμάμαι ακόμα το όνομα του.
Άλλοι υπέροχοι άνθρωποι, όπως ο Δημήτρης Πιερίδης, ιδιοφυής και γενναιόδωρος, ο Κώστας Σερέζης, δουλευτής και λάτρης της πατρίδας του, η Αθηνά Ριαλά, η συγκινητικά πολύπαθη, αξιοπρεπής και αγωνίστρια, o μεγάλος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο κύπριος Σεφέρης, που είχα την τύχη να διαβάσω το έργο του και να μιλήσω έστω για λίγο μαζί του, καθώς και ο τρυφερός κεκοιμημένος φίλος μου Σάββας Παύλου, διανοητής και άνθρωπος υψηλού διαμετρήματος, του οποίου είχα την τιμή να διακοσμήσω με σχέδιά μου δύο από τα σπουδαία βιβλία του.
Έχω παρακαλέσει τους διευθύνοντες την αίθουσα τέχνης που στεγάζει τα έργα μου –τη Μελίνα, τον Τζέιμς, την Ανθή και την Έλεν – να δημοσιεύσουν δύο μικρά κείμενα που μου είχε στείλει λίγο πριν την αποδημία του. Την ταπεινή μου εργασία, την οποία τιμάτε με την έκθεσή της, την αφιερώνω στη μνήμη και στην αγάπη του».
Ελεύθερα, 31.05.2026