Ο Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και διανοητής Εντγκάρ Μορέν πέθανε στο Παρίσι στις 29 Μαΐου μόλις σαράντα ημέρες πριν συμπληρώσει τα 105 του χρόνια.
Με τον θάνατό του κλείνει ένα από τα τελευταία μεγάλα κεφάλαια της ευρωπαϊκής διανόησης που γεννήθηκε μέσα από τις τραγωδίες του 20ού αιώνα: τον φασισμό, τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα, την αποαποικιοποίηση και τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις της νεωτερικότητας.
Γεννημένος ως Εντγκάρ Ναούμ στις 8 Ιουλίου 1921, στο Παρίσι, από οικογένεια Σεφαραδιτών Εβραίων με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, κουβαλούσε μια σύνθετη ταυτότητα που ο ίδιος θεωρούσε θεμέλιο της σκέψης του. Συχνά περιέγραφε τον εαυτό του ως ταυτόχρονα Γάλλο, Μεσογειακό, Ευρωπαίο και κληρονόμο της εβραϊκής διασποράς. Οι οικογενειακές του ρίζες συνδέονταν με τη μεγάλη σεφαραδίτικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, μία από τις σημαντικότερες εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής εντάχθηκε στη Γαλλική Αντίσταση και τότε υιοθέτησε το ψευδώνυμο «Μορέν» (Morin), το οποίο κράτησε σε όλη του τη ζωή. Υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, όμως αργότερα συγκρούστηκε με τον σταλινισμό και διαγράφηκε εξαιτίας των κριτικών του θέσεων. Αυτή η διαρκής άρνηση της δογματικής σκέψης θα γινόταν το βασικό χαρακτηριστικό του έργου του.
Το όνομά του ταυτίστηκε με τη θεωρία της «πολύπλοκης σκέψης» (pensée complexe), σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσα από απλουστεύσεις και διαχωρισμούς επιστημονικών πεδίων. Το εξάτομο έργο του La Méthode θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά εγχειρήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης και επηρέασε βαθιά τις κοινωνικές επιστήμες, την εκπαίδευση και τη θεωρία των συστημάτων, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική.
Το Σάββατο, το Φεστιβάλ της Αβινιόν τον αποχαιρέτησε ως «αντιστασιακό, φιλόσοφο, λαθροθήρα της γνώσης και στοχαστή της ανθρώπινης μοίρας», υπενθυμίζοντας ότι μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του παρέμενε παρών στις μεγάλες συζητήσεις της εποχής. Το φεστιβάλ σημείωσε πως ο Μορέν πίστευε βαθιά ότι ο πολιτισμός και η ζωντανή τέχνη αποτελούν χώρους αντίστασης, δημοκρατίας και ελπίδας.
Η σύγκρουση με το κυρίαρχο αφήγημα για το Ισραήλ

Παρά την εβραϊκή καταγωγή του και τη βαθιά του επίγνωση του αντισημιτισμού και του Ολοκαυτώματος, ο Μορέν υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εβραϊκές φωνές που άσκησαν κριτική στις πολιτικές του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους.
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε βρεθεί στο επίκεντρο σφοδρών αντιδράσεων όταν κατηγορήθηκε για «αντισημιτισμό» εξαιτίας άρθρου του για το Παλαιστινιακό. Ο ίδιος απέρριπτε κατηγορηματικά αυτή την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι η κριτική σε ένα κράτος δεν μπορεί να ταυτίζεται με την εχθρότητα απέναντι σε έναν λαό ή μια θρησκεία.
Σε κείμενό του το 2023, μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, καταδίκασε απερίφραστα τις επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών αμάχων, αλλά ταυτόχρονα υποστήριξε ότι η ιστορική τραγωδία των Εβραίων οδήγησε στη δημιουργία μιας άλλης τραγωδίας, εκείνης του παλαιστινιακού λαού. Έγραφε ότι η κατοχή και ο εποικισμός της Δυτικής Όχθης «δεν έχουν καμία δικαιολογία», ενώ συνέδεε άμεσα την επέκταση των ισραηλινών εποικισμών με αποικιοκρατικές πρακτικές του 20ού αιώνα.
Ο Μορέν κατήγγελλε συστηματικά την επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, σημειώνοντας ότι εκατοντάδες χιλιάδες έποικοι εγκαταστάθηκαν σε κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη μετά το 1967. Θεωρούσε ότι η επίκληση του Ολοκαυτώματος δεν μπορεί να λειτουργεί ως ηθική νομιμοποίηση της καταπίεσης ενός άλλου λαού και διερωτάτο δημόσια αν «η κατάρα του Άουσβιτς μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο που δικαιολογεί κάθε μορφή ισραηλινής καταστολής».
Παράλληλα, επέκρινε τη δυτική πολιτική απέναντι στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή ενοχή για τα εγκλήματα του αντισημιτισμού συχνά οδηγεί σε μια άκριτη υποστήριξη των επιλογών των ισραηλινών κυβερνήσεων. Για τον ίδιο, η υπεράσπιση των Παλαιστινίων αποτελούσε ανθρωπιστικό και όχι ιδεολογικό ζήτημα.
«Τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο»

Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ένας διανοούμενος που αρνούνταν να εγκλωβιστεί σε στρατόπεδα. Πολέμησε τον φασισμό, επέκρινε τον σταλινισμό, υποστήριξε την αποαποικιοποίηση, προειδοποίησε για την οικολογική κρίση και υπερασπίστηκε μια ιδέα παγκόσμιας αλληλεγγύης απέναντι στον εθνικισμό και τον φανατισμό.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση για τη ζωή και το έργο του να ήταν εκείνη που επαναλάμβανε συχνά, δανεισμένη από τον Τερέντιο: «Τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Σύμφωνα με φίλους και συνεργάτες του, αυτή η αρχή καθόρισε έναν ολόκληρο αιώνα στοχασμού γύρω από την ανθρώπινη περιπέτεια, τις αντιφάσεις της ιστορίας και την ανάγκη να βλέπουμε τον κόσμο όχι μέσα από βεβαιότητες, αλλά μέσα από την πολυπλοκότητά του.
Η σκέψη του επηρέασε βαθιά την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία, την ανθρωπολογία, τις πολιτικές επιστήμες αλλά και τα εκπαιδευτικά συστήματα πολλών χωρών, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Παρότι συχνά βρέθηκε στο περιθώριο των ακαδημαϊκών ορθοδοξιών, η διεθνής του ακτινοβολία υπήρξε τεράστια.
Σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε συνοψίσει τη στάση ζωής που τον συνόδευε για περισσότερο από έναν αιώνα: «Αμφιβάλλω για την ανθρωπότητα, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω βαθιά σε αυτήν». Η φράση αυτή μοιάζει σήμερα να συμπυκνώνει το πνεύμα ενός στοχαστή που επέμεινε να αναζητά την ελπίδα μέσα στις αντιφάσεις του κόσμου.
Με πληροφορίες από lemonde.fr και elpais.com