Ένα ταξίδι μνήμης στην πρωτεύουσα της καρδιάς (και του πόνου) του Κουρδικού λαού.

Κάτω από τα αρχαία τείχη της παλιάς πόλης του Ντιγιάρμπακίρ, στη γέφυρα που συνδέει δύο όχθες του Τίγρη ποταμού -εκ διαμέτρου αντίθετες υψομετρικά, αν και με διαφορά μόνο μερικών μέτρων και με οικοδομικά έργα που φιλοδοξούσαν να κάνουν την απέναντι άσπαρτη πλευρά μεγάλο ανθοφόρο πάρκο- μία παρέα Κούρδων με κερνούσε τσάι με σηκωμένα γυάλινα φλιτζανάκια λέγοντάς μου -ο μόνος που μιλούσε κάποια μισοαγγλικά- «welcome to Diyarbakir, welcome to the capital of Kurdistan!». Το έλεγε περίπου φωναχτά, αισθανόμενος ασφάλεια ανάμεσα σε ομοεθνείς του εργάτες – με τον τρόπο που κάποιος αντάρτης βγαίνει αργά αργά από την τρύπα του κρησφυγέτου του και αρθρώνει τις «απαγορευμένες» λέξεις κινούμενος θαρραλέα ανάμεσα στον εχθρό. Θα μπορούσε να είμαι το είδος του ανθρώπου που είχα δει να κυκλοφορεί εκείνες τις ζεστές μέρες του Αυγούστου μέσα σε παλιές Mercedes αλλά και σαν ρακένδυτος λαχειοπώλης ανάμεσα στους αυτόκλητους Τούρκους – στις αγορές, στα τζαμιά και στις στάσεις των λεωφορείων· ένας πράκτορας. Αλλά το τόλμησε! Εκείνο το «Yunanistan» (δηλαδή, Ελλάδα) έκανε περίπου την μικρής διάρκεια συνύπαρξή μας αυτόκλητη συνωμοσία εναντίον του κοινού «εχθρού»: Των εθνικιστών Τούρκων. 

 Μου συνέβαινε συνεχώς στα στενά δρομάκια των γειτονιών της πανάρχαιας αυτής ιστορικής πόλης που η μισή είχε γκρεμιστεί με «ειρηνευτικά» προσχήματα (πάντα έτσι ονομαζόταν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα η εξολόθρευση ανθρώπων) και με σκοπό μια ανοικοδόμηση περίεργη και περιφραγμένη από συρματοπλέγματα και ταμπέλες που έγραφαν «polis» (περίπου όπως αντικρύζουμε εμείς την Αμμόχωστο τυλιγμένη γύρω γύρω στις «προειδοποιήσεις») – μια σκλαβωμένη επικράτεια ανάμεσα στην ελεύθερη, ως «καθημερινότητα» πια και φυσικό. Η πληγή των Κούρδων, της πλειοψηφίας των κατοίκων του Ντιγιάρμπακίρ, θα αποτυπωνόταν αργότερα, το βράδυ (κάθε βράδυ έπειτα, για μια βδομάδα) μπροστά στα μάτια μου ανάμεσα σε μια παρέα νεαρών Κούρδων στο καλαίσθητο «Suluklu Han» που είχε γίνει πια café κλασσικής μουσικής και υπόκωφων δακρύων από νεκρούς προηγούμενων χρόνων στα μικρά δρομάκια, ένας «ολοζώντανος» πόνος με ανοιγμένα χέρια (σαν παράκληση στο Θεό) από τη μάνα εκείνη με την μαντήλα που λίγο πολύ μου εξηγούσε για μία οικογένεια ξεκληρισμένη και βουτηγμένη στο αίμα από τα πυροβόλα και την εκκαθάριση, δίπλα από το Kadi Camii, με το μωρό που είχα τραβήξει με την μηχανή μου, στη φωτογραφία που βλέπετε, να νομίζει την πατερίτσα του παππού του για πολυβόλο. Στους νέους χάρτες, η μισή πόλη δεν έχει πια σπίτια – είναι ένα τεράστιο οικόπεδο. Δεν έχει τόπους να κρυφτείς, δεν έχει υπόγεια, δεν έχει λαγούμια, δεν έχει τρύπες για μαχητές ούτε ευκαιρίες για γενναιότητες και δυνατότητες ηρωισμού – ένας θρήνος πλακώνει σιωπηλά τον δημοκρατικό μας χυλό, όσο ο «διεθνής παράγοντας» νίπτει τας χείρας του και η Παγκόσμια Κοινότητα κάνει εντέχνως την πάπια γιατί ασχολείται με άλλα – «σοβαρότερα». 

​Έξω από το σπίτι του ποιητή Ahmed Arif, δίπλα από το Ulu Cami, μία διμοιρία περνά βιαστικά και ένα τανκ διασχίζει την καθημερινότητα με παρατεταμένα όπλα στα πρόσωπα των περαστικών – μία απλή υπενθύμιση του ποιος πραγματικά κυβερνά το έδαφος. Ήταν η μοναδική στιγμή που κάπως τα ‘χασα μπροστά στην κάννη – ο μόνος, μάλλον, στην βάρβαρη «ρουτίνα» των ημερών που είχαν προηγηθεί. Ο Sedat, μέσα στο Yeni Aydin Hammam, τρίβοντας δυνατά τον φόβο μου για να ξεκολλήσει από το δέρμα, μου εξηγούσε το «φυσιολογικό» μιας περίεργης συνύπαρξης αλλά και εξόντωσης ανθρώπων που δεν έπαψαν ποτέ να οραματίζονται, να ονειρεύονται, ακόμη και έπειτα από μια χυδαία απαγωγή αυτονόητων -κατά τα άλλα «ανθρωπίνων»- δικαιωμάτων – ανθρώπων που δεν έπαψαν να ελπίζουν, κυρίως. Στο λαϊκό εστιατόριο του Onur μετά, παραγγείλαμε ρύζι με καυτερές πιπεριές, ταμπουλέ και κοτόπουλο. Πλήρωσε εκείνος τα δύο ευρώ του δικού μου λαίμαργου -αλλά «πλούσιου» από συγκινήσεις- γεύματος και σήκωσε το ποτήρι ψηλά γελώντας δυνατά και αρθρώνοντας ψιθυριστά: «Free Kurdistan!». Πίκρα. 

​Αυτά έγιναν πριν από πέντε χρόνια. Κι η περιγραφή δεν μπορεί, δυστυχώς, να αντικαταστήσει στ’ αλήθεια αυτό που μπορεί ανά πάσα στιγμή να συμβεί σε γειτονικές απ’ το Ντιγιάρμπακίρ περιοχές που προσπαθούν να αντιστέκονται, αν και εγκαταλελειμμένες πια από όλους, στο έλεος των στρατευμάτων που -όποτε θελήσουν- προελαύνουν – των μελλοντικών νεκρών, της μελλοντικής εξολόθρευσης, της μελλοντικής υποκρισίας του «συγκλονισμού» μας στο αίμα που θα ρέει δίπλα μας σε μεγάλες ποσότητες, σε ζωντανή μετάδοση αναπαραγωγής νικών και πίστης. Περίπου, όπως το είχε αποτυπώσει και ο κορυφαίος Κούρδος ποιητής, Ahmed Arif, στην εκατοντάδων χιλιάδων αντιτύπων μέχρι σήμερα συλλογή του 1968, «Hasretinden Prangalar Eskittim» («Δεσμά ξεθωριασμένα από την αναμονή») – δείχνοντας με το δάχτυλο πως δεν έχει αλλάξει το παραμικρό σ’ αυτόν τον ταλαιπωρημένο λαό, ακόμη και πέντε δεκαετίες μετά:

«Τώρα πάρε το μαστό. / Μεγάλωνε όσο μπορείς. / Υπάρχουν οχιές και σαρανταποδαρούσες. / Το φαΐ μας και το ψωμί μας κοίτα και άρπαξέ τα. / Αρπάζοντάς τα, μεγάλωνε. / Αυτό είναι αξιοπρέπεια γραμμένη στο οικογενειακό μας άλμπουμ και υπομονή που βγαίνει απ’ το φαρμάκι. / Άρπαξε τα. / Αρπάζοντάς τα, μεγάλωνε».

Βλέπω ξανά από το Google Maps τα μεγάλα άδεια οικόπεδα των γκρεμισμένων σπιτιών και ξέρω ήδη πως -λίγα χρόνια μετά- τίποτα δεν άλλαξε στο Ντιγιάρμπακίρ (και πως όλα παραμένουν να συμβαίνουν σιωπηλά, αλλά με κρότο) – σ’ ένα ταξίδι που μου έμαθε τον τρόπο τού να ζεις μέσα στον εχθρό του DNA σου αλλά εσύ να ‘σαι συνεχώς ελεύθερος και έτοιμος από το «τίποτα» να τα κάνεις «όλα»· για την τιμή, για την αξιοπρέπεια και για το αίμα της φυλής σου. Για την περηφάνια σου, πρωτίστως.  

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 31.7.2022.