Ένα ταξίδι-αποκάλυψη στο πιο καλά κρυμμένο «μυστικό» του ανατολικού Αιγαίου.
Η «Σπυριδούλα» είχε δέσει στο μικρό λιμανάκι -μπλε βαθύ με γαλάζιο ελαφρύ και λίγο πράσινο στο πλάι σαν γαϊτανάκι πολύχρωμων διαθέσεων-, με την ελληνική σημαία -ανάποδα- καθρεφτισμένη προς το μικρό τζάμι για να θυμίζει, μάλλον, στους απέναντι μερικές βασικές αλφαβήτες: Έθνος, καταγωγή, προέλευση, ανήκειν και παλμό καρδιάς. Ο καπετάν Γιώργος, αρπάζοντάς με σχεδόν απ’ τους ώμους με τα μπράτσα του τη στιγμή που σήκωνα το smart phone για το ενσταντανέ της ανάμνησης, ίσιωσε το καπελάκι του, το ναυτικό και καπετανέικο, και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάω μέχρι την παραλία του Πετροκοπιού – «ο δρόμος μου είναι». «Ναι», είπα. Κάθισα σε ένα μικρό ξύλινο παγκάκι, πλάι σε μια σακούλα από ντομάτες, ελιές και μπουκάλια από λάδι, δίπλα από τα ορθογώνια πλαστικά με το περιζήτητο μέλι των Φούρνων, που χρωστάει τη φήμη του στο άφθονο θυμάρι και τη φασκομηλιά που ευδοκιμούν στο νησί, όπως επίσης και τα πακέτα από τυριά «του κεριού» και «της άλμης» που πήγαιναν για πώληση «στους ξένους», μου γύρισε την πλάτη κρατώντας το τιμόνι και μου εξήγησε τα μποφόρ και τις μπουνάτσες – σαν παλιό λαϊκό της Γλυκερίας. «Ζαλίζεσαι, μωρέ;». «Λιγάκι». «Έχω εδώ κάτι χαπάκια που δίνω στους τουρίστες. Θέλεις ένα;». «Θέλω».
Απ’ τη μάνα μου θυμόμουνα πως η ναυτία δεν κατευνάζεται από τη μία στιγμή στην άλλη, πως θέλει κι αυτή το χρόνο της – σαν ένα απότομο «αντίο» που επιβεβαιώνει την σταθερά και την ύπαρξή του μόνο αν περάσει το μισό χρονικό διάστημα του καιρού δοσίματος που προηγήθηκε, όπως έγραφε κι Εκείνη κάποτε στη «Σαββατογεννημένη» της. «Σ’ αρέσουν τα ψάρια;». «Μ’ αρέσουν». «Στο “Μίλτο” να πας. Και παράγγειλε την αστακομακαρονάδα με μύδια και σος μουστάρδας. Πάρε και ψητό χταποδάκι. Μην το φοβάσαι, μωρέ, το κύμα. Το κυβερνάμε. Κάτσε με την πλάτη σου ίσια, μην καμπουριάζεις. Έχω δίπλα απ’ το πυροσβεστικό μια πλαστική σακούλα άμα θες να κάνεις εμετό».
«…Βάρκα που ‘χεις τόσα δίχτυα / μάζεψέ με απ’ τα ξενύχτια / μάζεψέ με απ’ τα ξενύχτια / όσα αγόρια τόσα δίχτυα…».
Στο δρόμο προς τα Θύμαινα, λίγο πριν από την παραλία της Κεραμιδούς, σκεφτόμουν την πίκρα του Ιανουαρίου ανάμεσα σε κατοίκους που θα ‘χουν χορτάσει απ’ το καταπληκτικό μπανόφι του λιμανιού ή τα βραστά χόρτα της κυρά-Λένης που συνεχίζει, στα 92 της, να βάζει το ολόσωμο μαγιό της, για βουτιά με τον ήλιο στο κεφάλι και το πρόσθιο ως μετάλλιο αντοχής – ψυχικής, μάλλον. Πως μια ομάδα κινηματογραφόφιλων που παρακολουθούν ταινίες στο μικρό καφενεδάκι ή οι ποδηλάτες που έχουν ορμητήριο κάτι χωματόδρομους επάνω από κουφάρια και σπηλιές, άλλοτε καταφύγια πειρατών, μπορούν να αντικαταστήσουν ό,τι ίσως θεωρούμε «πολιτισμό», «ανάπτυξη». Που μπορεί να λέγεται στους μεγάλους δρόμους με τις τετραπλές λωρίδες απλά «κόρνα», «περίπτερο», «βενζινάδικο στον παρακάτω δρόμο». «Είστε ευτυχισμένος, καπετάνιε;», τον ρώτησα. «Ευτυχισμένος είμαι». «Αν ήσουνα στην πόλη πώς θα ‘σουνα;». «Δυστυχής». «Λόγω συνήθειας;». «Γιατί δεν θα ‘χα τους φίλους μου».
Μ’ άφησε δίπλα από μια μουριά «για σκιά», κολύμπησα λιγάκι, κάθισα στην άμμο, έβαλα τα χέρια μου ανάμεσα στα κενά των δαχτύλων των ποδιών μου και με γαργαλούσα αντιγράφοντας παλιές συνήθειες που κόπηκαν σ’ ένα «τέλος». Έβγαλα τα μαύρα μου γυαλιά και γελούσα. Ουσιαστικά, δεν σκεφτόμουν απολύτως τίποτα. Για δευτερόλεπτα ένιωθα εκείνη την ακατανίκητη έλξη προς ό,τι ονομάζεται ελευθερία – σχεδόν δάγκωνα τις παλάμες μου απ’ την έλλειψη πείρας διαχείρισής της. Ύστερα, όσο σουρούπωνε, κι ο κόσμος έπαιρνε τα κουβαδάκια του για τον Κυρ-Γιάννη με τις λεμονόπιτες, το εκμέκ κανταίφι και το γλυκό μπισκότο, έβγαλα το μαγιό μου και βούτηξα γυμνός. Ωχ, μάναμου. Δροσιά.
«…Θέλω να βρω τον εαυτό μου / να ταξιδέψω να χαθώ / να με πάρει το μυαλό μου / σ’ αυτά τα μέρη που αγαπώ / στο κύμα πάνω να κοιμάμαι / και να ξυπνάω σε ακτές / ηλιαχτίδες να φωτίζουν / τις σκέψεις μου τις σκοτεινές…».
Το beach bar στην Ψιλή Άμμο κέρναγε κοκτέιλς – κάποιος λογοδοτήθηκε με κάποια που έμεινε έγκυος και φαινόταν χαρούμενος. «Γιος;». «Γιος!». Εκεί είχα ακούσει για πρώτη φορά και τη φωνή του Αργυρού. Δεν είχα ιδέα. Και Καρρά φυσικά. Και Τερζή – classic rock. Ζαλίστηκα λιγάκι και ξάπλωσα στα χαλίκια, κοντά στα ντεσιμπέλ και στο νερό.
Στους απομονωμένους Φούρνους, έναν από τους τελευταίους ήσυχους και ανεξερεύνητους παραδείσους του Αιγαίου -με ελάχιστο τουρισμό, ακόμη και τον Αύγουστο, αφού οι περισσότεροι προτιμούν τα ξέφρενα πανηγύρια δίπλα, στην Ικαρία- δοκίμασα τον πιο νόστιμο μουσακά στη ζωή μου στην ταβέρνα του Νίκου και της Τζένης και κολύμπησα στα πιο καθαρά νερά θάλασσας που συνάντησα ποτέ -στην Χρυσομηλιά, στο Καμάρι, στο Κασίδι, στο Βλυχάδι με τα αλμυρίκια που κάνουν φυσική σκιά- με το αδιανόητο τιρκουάζ χρώμα, έναν αρχαίο οικισμό στον πάτο της θάλασσας για βαθιές βουτιές με βατραχοπέδιλα και την ηρεμία εκείνη -την σπάνια- που ξεπλένει μέσα έξω. Σαν το αουτσάιντερ που στο τέλος αθόρυβα νικάει.
Ελεύθερα, 14.8.2022.