Τα «Ελεύθερα» δημοσιεύουν -τιμής ένεκεν-, πρώτη φορά, ολόκληρη τη συνέντευξη που είχε δώσει ο Δάκης για την συγκεκριμένη στήλη πριν από δύο χρόνια, μέρος της οποίας είχε δημοσιευτεί τον Ιούλιο του 2020.

Τον είχα συναντήσει -τυχαία- στην πλατεία Ομονοίας, στην αρχή της Μαρίκας Κοτοπούλη, σε ένα café Αράβων – αφόρητη η ζέστη στο κέντρο της Αθήνας, στα μέσα Ιουλίου. Στο «τι κάνεις; Κάθισε;» ξεκίνησε να μου λέει τα νέα του – για το «Σήμερα» και το «Παλιό δισκάκι», που μόλις είχαν κυκλοφορήσει στο YouTube, για τις εμφανίσεις του στο «Narkissos Garden», στο Μαρούσι, για τους φίλους του που έχει στην Κύπρο όπου έμενε για μία περίοδο μόνιμα και που τόσο του θύμιζε την Αλεξάνδρεια της καρδιάς του. «Να σε ηχογραφήσω;», τον είχα ρωτήσει. «Φοβάσαι μην με διαλύσει ο καρκίνος και πεθάνω;», μου είχε πει γελώντας. Συμφώνησε.

– Σου κάνει ακόμη κέφι να τραγουδάς, έπειτα από 57 χρόνια καριέρας; Ζω για το τραγούδι. Αν δεν τραγουδούσα, δεν ξέρω τι θα γινότανε. Ζω για τη μουσική. Από μικρός το είχα αυτό. Δεν το απέκτησα αργότερα.

– Ήταν καλύτεροι ακροατές οι άνθρωποι στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 απ’ ότι αργότερα; Ήταν πιο εκφραστικοί, θα ‘λεγα. Πιο εκλεκτικοί. Δεν υπήρχαν και πολλοί τραγουδιστές τότε… Με τους πολλούς τραγουδιστές και συνθέτες χαλάει η ποιότητα. Έχουν αλλάξει και οι συνθήκες. Πρώτα, για να γίνεις τραγουδιστής έπρεπε να περάσεις από επιτροπές κ.λπ., τώρα άμα έχεις λεφτά δίνεις στον παραγωγό, και ξαφνικά γίνεσαι γνωστός. 

– Τι σημαίνει «ποιότητα στη μουσική» για σένα; Σημαίνει να ακούς τον τραγουδιστή live και να είναι η φωνή του όπως στο δίσκο, αλλά και οι συνθέσεις να έχουν διάρκεια. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Το «Τόσα Καλοκαίρια» το ηχογράφησα το 1968 -μισό και πλέον αιώνα πριν- κι είναι σα να γράφτηκε χθες. Δεν λες «α, τι παλιό τραγούδι!». Τώρα γράφουνε για την «επιτυχία». 

– Πόσων ετών είσαι; 76. 

– Από εκείνον τον μικρό Βρασίδα που μεγάλωνε στην Αλεξάνδρεια, τι αναπολείς; Είχα τα ωραιότερα παιδικά χρόνια! Ήταν ανέμελα, ανώδυνα, αγνά, όλα με «άλφα» αρχίζουν… Καμία σχέση με τα παιδικά χρόνια που ζούνε τώρα τα παιδιά. 

– Σου αρέσει η φωνή σου όταν την ακούς; Όχι. Ποτέ δεν μ’ άρεσε η φωνή μου. Ξέρω ότι τραγουδάω καλά, ξέρω ότι είμαι σωστός, αλλά δεν μ’ αρέσει η φωνή μου. Θα ήθελα να είχα μια άλλη φωνή. Όπως και τον εαυτό μου, δεν μ’ άρεσε ποτέ έτσι όπως τον έβλεπα στην τηλεόραση, στο σινεμά. Έβρισκα χιλιάδες λάθη. 

– Δεν ακούς τα τραγούδια σου; Όχι. Μόνο αν τα βάλει το ραδιόφωνο καμιά φορά. 

– Δεν θ’ ακούσεις ποτέ ένα cd σου; Α πα πα. 

– Τι μουσική ακούς στο σπίτι; Από Κάλλας μέχρι ρεμπέτικα. Γενικά, μ’ αρέσει η καλή μουσική!

– Βιοπορίζεσαι ακόμη απ’ το τραγούδι; Ε, ναι, βέβαια. 

– Τι στοιχεία πρέπει να έχει μία φωνή για να χαρακτηρίζεται «καλή φωνή»; Να πατάει σωστά, αλλά και να έχει το δικό της στυλ. Ακούς πια μία φωνή στο ραδιόφωνο κι αναρωτιέσαι: «Ποιος είναι; Είναι αυτός ή είναι ο άλλος;». Όλοι μοιάζουν. Κι όλες οι συνθέσεις μοιάζουν. Αν προσέξεις, οι περισσότερες πια έχουν αυτό το ρυθμό που οι μουσικοί ονομάζουν συρτορούμπα. Αλλάξαν τα πράγματα, βιομηχανοποιήθηκαν όλα. Ξέρεις, για να ακουστεί ο πρώτος μου δίσκος στο ραδιόφωνο, όταν πρωτοβγήκα στο τραγούδι, έπρεπε να περάσω από εξετάσεις, από το Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Την πρώτη φορά με κόψανε, τη δεύτερη με κόψανε, την τρίτη με περάσαμε. Μου λέει η κοπέλα στη γραμματεία: «Μην στεναχωριέσαι, νεαρέ. Η Μούσχουρη πέρασε την πέμπτη φορά κι η Τζένη Βάνου την τρίτη!». Ενώ τώρα… Αρπάζεις ένα μικρόφωνο κι όποιον πάρει ο χάρος!

– Έχεις τραγουδήσει κι εσύ σλόγκαν: «Τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι», για παράδειγμα… Ακολούθησα το ρεύμα της εποχής, γιατί αν δεν το ακολουθήσεις…

– Μετάνιωσες ποτέ για τραγούδια που έχεις πει; Ναι, βέβαια. Ευτυχώς, πολύ λίγα από αυτά για τα οποία μετάνιωσα έγιναν επιτυχίες. Ας πούμε, ένα τραγούδι που δεν ήθελα ποτέ να το ‘χα κάνει, που το άκουσα και καταντράπηκα, ήταν το «Tu veux ou tu veux pas». Είχα πάρει τηλέφωνο τον Μάτσα, του είπα «σας παρακαλώ, κύριε Μάτσα, μην βάλετε στο δίσκο αυτό το τραγούδι», «α, μείνε ήσυχος» μου απάντησε – και το ‘βαλε! Όταν πήρα το δίσκο και το άκουσα, λέω «πάει, καταστράφηκε η καριέρα μου». Αλλά έγινε επιτυχία. Το ίδιο αισθάνθηκα και για το «τι ντροπή, αν το μάθει ο κόσμος τι θα πει»… Δεν καμαρώνω γι’ αυτά.

– Ενώ για το «πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο»; Αυτό είναι διαχρονικό! Έχω πει κι άλλα θαυμάσια τραγούδια τα οποία, δυστυχώς, τα «έτρωγε» το σουξέ του δίσκου. Μέσα στο δίσκο «Αλαλούμ» π.χ. υπάρχουν θαυμάσια τραγούδια, τα οποία «χάθηκαν» λόγω της μεγάλης επιτυχίας του ομότιτλου τραγουδιού – αυτά τα ανακάλυψαν μόνο όσοι είχαν αγοράσει τον δίσκο. 

– Φοβήθηκες ποτέ μη χάσεις τη φωνή σου; Ναι. Είχα κάνει έναν πολύποδα στις φωνητικές μου χορδές, πριν από 20 χρόνια, και χρειάστηκε να χειρουργηθώ. Για έξι μήνες τότε, με το ζόρι μιλούσα. Σκεφτόμουν: «Αφού με το ζόρι μιλάς, πώς θα τραγουδήσεις;». Σιγά σιγά επανήλθε η φωνή μου. Κι όταν πήγα την πρώτη φορά σ’ ένα μαγαζί για να κάνω πρόβα, να δω αν τελικά μπορώ να τραγουδήσω, ξεκίνησα να τραγουδάω κι έκλαιγα! Η φωνή μου είχε επανέλθει. Μου έλεγε η συγχωρεμένη η Νινή Ζαχά: «Παιδάκι μου, εσύ δεν έχεις κανένα χόμπι. Άλλοι παίζουν χαρτιά, άλλοι τένις, άλλοι γκολφ. Όταν θα πάψεις να τραγουδάς πρέπει να μάθεις μπιρίμπα για να περνά η ώρα σου». Και, δυστυχώς, δεν έχω μάθει μπιρίμπα ακόμα…

– Ερωτεύτηκες με το ίδιο πάθος όπως αγάπησες τη μουσική; Δεν θέλω να μου ξανατύχει! Αρρωσταίνω πολύ άσχημα. Δυστυχώς, δεν περνάω καλά όταν ερωτεύομαι. Άλλοι ερωτεύονται και έχουν έμπνευση, εγώ ερωτεύομαι και προδίδω την μεγάλη μου αγάπη: Τη μουσική.

– Τι σημαίνει «αρρωσταίνω» στον έρωτα; Ζηλεύω ερωτικά. Τίποτ’ άλλο στη ζωή μου δεν έχω ζηλέψει, παρά μόνο ερωτικά. 

– Θες αποκλειστικότητα; Είμαι διεστραμμένο μυαλό: Θέλω αποκλειστικότητα, αλλά εγώ ποτέ δεν υπήρξα πιστός. 

– Πότε ερωτεύτηκες τελευταία φορά; Ουουουου… Δεν θέλω να ερωτευτώ! Μπορεί να πάνε και δυο δεκαετίες πριν. Αφού την πάτησα δυο τρεις φορές κατάφερα και το ελέγχω πια. Αποφάσισα να μην ξαναερωτευτώ ποτέ μου. Και μόλις δω να αρχίζουν τα πρώτα συμπτώματα, λειτουργώ όπως στο κρυολόγημα: Κάνω «γαργάρες», παίρνω «ασπιρίνες», κάνω «αντιβιώσεις», και γλιτώνω. 

– Μα, ελέγχεται ο έρωτας; Άμα είναι στην αρχή, κι άμα έχεις δεινοπαθήσει πολύ, μια χαρά ελέγχεται. Βασανίστηκα με τον έρωτα. Δεν θέλω πια με τίποτα!

– Στα 80 σου χρόνια πως θέλεις να είσαι; Δεν φοβάμαι ούτε το γήρας, ούτε το θάνατο. Απλά και μόνο δεν θέλω να συμβεί το εξής: Να μην μπορώ να αυτοσυντηρηθώ. Έχω δει ανθρώπους παράλυτους στο κρεβάτι, με εγκεφαλικά… Γι’ αυτό, αν μου τύχει κάτι τέτοιο, θα ήθελα μια ευθανασία, σας παρακαλώ πολύ… Μην μείνω «φυτό» στο κρεββάτι και τυραννιέμαι κι εγώ και τυραννώ και τους γύρω μου… Δεν θέλω. 

– Στο Θεό πιστεύεις; Ναι. 

– Υπάρχει κόλαση και παράδεισος; Αυτό δεν το ξέρω. Δε νομίζω. Μου φαίνεται πως άμα πεθάνει κάποιος, τελείωσε. Είναι σα να κοιμάται. 

– Πώς θέλεις να σε θυμούνται; Θα με θυμούνται;

Ελεύθερα, 6.6.2022.