Ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της Ελλάδας, στις 15 Ιουνίου θα γινόταν 80 ετών. Και θα το γιόρταζε. Με τους φίλους του. Με μια γυναίκα. Ή και μόνος του – με τα βιβλία του. Έτσι, άλλωστε, έγραφε μόνο ο Αντώνης Σουρούνης: Ζώντας.
Τον είπαν «Έλληνα Κέρουακ», «ξαδέλφι του Τζακ Λόντον και του Μπλαιζ Σαντράρ», ότι η συγγραφική του ιδιαιτερότητα ήταν μοναδική, ότι η ατμόσφαιρα των «μύθων» του και η σφραγίδα του στα γράμματα ήταν δεδομένη, ότι ήταν η ζωντανή απόδειξη για το πόσα μπορεί να πετύχει ένας συγγραφέας όταν, εκτός από ταλέντο, έχει και κάτι να αφηγηθεί (παρακαταθήκη του στα ελληνικά γράμματα «Ο χορός των ρόδων», «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», «Γκας ο γκάνγκστερ», «Το μονοπάτι στη θάλασσα» κ.α.). Στο «Low Profile» της οδού Λυκαβηττού όπου είχαμε βρεθεί, εκείνο τον Αύγουστο του 2007 (εννέα χρόνια πριν φύγει απ’ τη ζωή, το 2016), κρατούσε ένα μικρό πουράκι στο χέρι, μου χτύπησε τον ώμο, ζήτησε από τη Σοφία στο bar «λίγο ψωμάκι, λίγες ελίτσες, λίγο τυράκι, λίγο παξιμάδι, λίγο τσίπουρο». «Άμα ξυπνάς, αγαπητέ μου, στις 3:00 το πρωί, τι να σου κάνει ο καφές;», μου είχε πει. «Όλα μου τα βιβλία τέτοιες ώρες τα ‘χω γράψει. Για μένα, αυτή η ώρα -προτού ξημερώσει- είναι η στιγμή που κυκλοφορούν οι ιδέες στον αέρα. Κι όταν βλέπουν κάποιον που τις ψάχνει, εκείνες θα πάνε επάνω του…».
Μου εξηγούσε πως μόνο ζει τη ζωή του, πως δεν κάνει τίποτ’ άλλο. Αλλά όταν γράφει, μόνο γράφει. Τα τρία χρόνια που έγραφε «Το μονοπάτι στη θάλασσα», είχε βγει με τη φίλη του έξω μόνο τρία βράδια – γιατί δεν ήθελε να χάσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τους ήρωες, τα λόγια τους, τις σκέψεις τους· κοιμόταν και ξυπνούσε μαζί τους. Όταν έγραφε δεν μιλούσε καν. «Παράξενος άνθρωπος», του είπα. Το ήξερε κι εκείνος. Το ήξεραν κι οι φίλοι του. «Όλοι λέγανε “ο αλήτης, ο τρελός”, ο έτσι, ο αλλιώς. Δυο φορές παντρεύτηκα χωρίς να πω σε κανέναν τίποτα. Μόνος μου παντρεύτηκα – εγώ και η γυναίκα που είχα. Όλοι οι άλλοι το μάθαιναν μετά ή αφότου χώριζα. Οι καλεσμένοι ήταν πάντα δύο άτομα – οι κουμπάροι μου. Γιατί δεν χρειάζεται ο άλλος κόσμος. Όταν αγαπάς μία γυναίκα δεν το διαλαλείς κιόλας. Την αγαπάς, τελείωσε».
– Γιατί γράφετε βιβλία; Εσύ, γιατί ζεις; Γιατί ανασαίνεις;
– Είναι ζωή να γράφετε; Για μένα, ναι.
– Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι άλλο; Μα, έχω κάνει πάρα πολλά πράγματα στη ζωή μου. Έχω εργαστεί σε τράπεζα, στη λαχαναγορά, σε βαπόρια, σε ρουλέτες. Έχω κάνει χίλια δυο. Ήξερα όμως πάντα ποιος είναι ο προορισμός μου. Ευτυχώς που δεν είχε φράγκα ο πατέρας μου να μου τα δώσει και να αράξω κάπου, να μην εργάζομαι. Όσα διαβάζεις στα βιβλία μου είναι αυτά που έχω ζήσει. Το συγγραφιλίκι δεν είναι να κλειδωθείς σε ένα δωμάτιο από πιτσιρικάς και να διαβάζεις όλα τα βιβλία άλλων συγγραφέων για να γράψεις εσύ κάποτε. Άμα θες να γράψεις τη ζωή όπως είναι, πρέπει να τη ζήσεις. Και να ζεις με διαφορετικούς ανθρώπους, έξω, στο δρόμο. Να μην μιλάς μόνο με τους καθηγητές και τους δασκάλους σου.
– Το δικό σας ταλέντο πότε το ανακαλύψατε; Στη δευτέρα δημοτικού. Ο δάσκαλός μου ήρθε με μια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης και μας είπε: «Θα σας διαβάσω μια ιστορία που λέγεται χρονογράφημα». Μας διάβασε μια ιστορία για την Άνοιξη. Εγώ χάζεψα. Γύρισα στο διπλανό μου και του είπα: «Εγώ αυτή τη δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω». Και την έκανα, αρκετά μεγάλος μεν, αλλά έγραφα πάντα. Στο σχολείο πάντοτε οι δικές μου εκθέσεις διαβάζονταν. Μετά έγραφα για να εντυπωσιάσω καμιά κοπέλα.
Πάντα του άρεσε η μοναξιά. Από μικρό παιδί. Την επιδίωκε. Κι έτσι έμαθε να σκέφτεται. Αναλυτικά και συγκεκριμένα. «Μόνο όταν έχεις την καρδιά σου άδεια, θα έρθει να μπει κάποιος άνθρωπος μέσα και να τον αγαπήσεις. Άμα η καρδιά είναι γεμάτη με μία γυναίκα, με την οποία είσαι μαζί της αναγκαστικά κι έχει μείνει εκεί η σκιά της, δεν θα έρθει ποτέ άλλη. Εγώ, ας πούμε, ταξίδευα πάντα μόνος». «Οι αποχωρισμοί δεν είναι επώδυνοι;», τον είχα ρωτήσει. «Όλοι οι αποχωρισμοί έχουν πόνο. Χωρίς πόνο, όμως, δεν υπάρχει ζωή. Όπου χαρά και πόνος. Εφόσον θες να χαίρεσαι, πρέπει να αντέχεις και να λυπάσαι. Να υποφέρεις». «Με τι πονέσατε τελευταία;». «Με το πιο συνηθισμένο απ’ όλα… Με την εγκατάλειψη μιας γυναίκας». «Θα έρθει όμως το καινούργιο…». «Πάντα έρχεται το καινούργιο! Ο πόνος γίνεται χαρά από τη μία ώρα στην άλλη. Ίσως και να έχει μεγαλύτερη χαρά απ’ ό,τι είχε πριν… Όλη η φιλοσοφία στη θάλασσα είναι πάνω στη λαμαρίνα, στο κατάστρωμα. Είναι αυτό που λέει ο Καββαδίας: “Η λαμαρίνα, η λαμαρίνα όλα τα σβήνει”. Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Όταν μπεις στο βαπόρι επάνω, δεν έχει μείνει τίποτε στη στεριά. Τίποτε! Τα ξεχνάς όλα, έχουν φύγει όλα, έχουν χαθεί. Όπως χάνεται η στεριά και βλέπεις μόνο θάλασσα, έτσι γίνεται και μέσα σου – όλα γίνονται νερό. Δεν υπάρχει τίποτα! Αυτό συμβαίνει και με τη σχέση. Όσο σκέφτεσαι και υποφέρεις, και θυμάσαι, και αναπολείς τις μέρες και τις νύχτες που έζησες με την αγαπημένη σου, δεν μπορείς να ησυχάσεις – είσαι συνέχεια αναστατωμένος. Μπορεί να κλαις κιόλας. Από την ώρα, όμως, που θα πεις: “με γεια της, ας πάει στο καλό” -να της δώσεις, δηλαδή, και την ειλικρινή σου ευχή μέσα σου-, από εκείνη την ώρα ηρεμείς. Ησυχάζεις».
Στο τέλος εκείνης της συνάντησής μας -πώς μου ‘ρθε!- τον ρώτησα για το θάνατο. «Κανά δυο φορές στη ζωή μου, πλησίασα πολύ στο θάνατο. Ειδικά μια φορά, στην Αμερική, που χτύπησα στο βαπόρι και για δύο χρόνια περίμεναν οι γιατροί να δουν μήπως ανέβει κανένα κοκαλάκι επάνω στο πρόσωπό μου, μήπως έχω ελπίδα να ζήσω. Έκανα μπάνιο κάθε πρωί ταχυδαχτυλουργικά, και όλοι οι άλλοι έλεγαν: “Το καημένο το παιδί, θα πεθάνει!». «Γιατί πιστέψατε πως δεν θα πεθάνετε;». «Γιατί δεν έγραψα τα βιβλία που ήθελα να γράψω. Δεν μπορούσα να φύγω απ τη ζωή χωρίς να γράψω. Μου ήταν αδιανόητο! Και ξέρεις γιατί δεν το φοβάμαι το θάνατο; Γιατί μ’ αρέσει τόσο πολύ η ζωή! Πάρα πολύ!». «Τι ωραίο ζήσατε χθες;». «Χθες το κάθε λεπτό ήταν πανέμορφο. Ήταν μία υπέροχη μέρα!». «Με ποιους ήσασταν;». «Ολομόναχος… Κι έλεγα “τι ωραία μέρα!”. Πήρα μια φίλη μου και της άφησα ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή, γι’ αυτό ακριβώς: Για το πόσο όμορφη είναι η μέρα…».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 12.6.2022.