Οι νέες εισβολές που υπενθυμίζουν τις παλιές, τις ήδη καταχωνιασμένες σε ξεθωριασμένα δεφτέρια.
Ο μπαμπάς μου θυμόταν την Κάτω Ζώδια αλλιώς: Δεξιά του δρόμου, προς τη μεριά της θάλασσας, βρίσκονταν τα ατέλειωτα σε έκταση περιβόλια -τόσο όσο να ακουμπούσαν τα μάτια σου στα τελευταία φύλλα, αν και ούτε εκεί τερμάτιζαν τα κλαδιά των αναγεννημένων απ’ το Χειμώνα δέντρων- κάποια χωματένια αυλάκια που περνούσαν ανάμεσα στις ρίζες, με σωλήνες μαύρες, παχιές κι απαράλλαχτες ακόμα (πρωτοποριακή «μέθοδος» για τη δεκαετία του ’70), λούζοντας με νερό (πολύ νερό) το χώμα, και καλάθια καλαμωτά που προστάτευαν τους ανθούς και τα ώριμα φρούτα πριν τα βγάλουν οι Μορφίτες στο παζάρι της Λευκωσίας και της Κερύνειας. Θυμόταν επίσης την εκκλησία του Αγίου Μάμα, μέσα στη Μόρφου (πολύ μεγαλύτερη και πιο ψηλή στην παιδική του αναφορά, από όσο την ξανάδε ως «Μουσείο»), το γήπεδο κοντά -αυτή την έκταση που παραμένει ένα χωματένιο ορθογώνιο- με τις αυτοσχέδιες μπάρες και τα σκισμένα δίχτυα που βοηθούν τα τέρματα, που συχνά μετατρέπεται πια σε υπαίθρια αγορά, τις μονοκατοικίες με τις κεραμιδί σκεπές, ένα πάρκο που κάποτε είχε κούνιες και σούστες από σκοινί, ενώ τώρα μόνο γρασίδι τεχνητό· «να, κάτι που διόρθωσαν», είπε. Ο μπαμπάς μου είχε έναν καημό: Να αναγνωρίσει το χωράφι του στη Ζώδια όταν θα πήγαινε πρώτη φορά στο χωριό, ύστερα από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερε – κάτι είχε μετατοπίσει το νου του. Έπιανε με τα χέρια το κεφάλι του κι όλο κάναμε σβούρες με το αυτοκίνητο γύρω «από το σημείο» – «ποδά είναι», «πήγαινε πίσω», «δεν γίνεται να τα άλλαξαν τόσο», «μήπως έγινε δρόμος;», «πεντακόσια μέτρα από τους καφενέδες ήταν», «ξαναπήγαινε από τη στροφή· τη στροφή την θυμούμαι», «γιατί δεν βρίσκω το χωράφι; Τι απέγινε το χωράφι;».
«Μια ζωή γεμάτη αίμα έπεσε κοντά στο ρέμα / το ποτάμι μουρμουρούσε και πικρά μοιρολογούσε / πεταλούδες κατεβαίνουν με χρυσές κλωστές τον δένουν / την ψυχή του την κρατούνε και πικρά μοιρολογούνε», Θ. Κουγιάλης.
«Είναι ούλλα άλλα!», μου είπε αποφασιστικά μετά από εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μας, στις «ελεύθερες» περιοχές: «Πού είναι τα δεφτέρια μου, οι ταμπέλες από τσιμέντο που είχα αφήσει κοντά στα σύρματα για να διαχωρίζουν το δικό μου κτήμα από εκείνο του Άππιου;», πού είναι τα ανθισμένα δέντρα τα φρεσκοποτισμένα όταν, 18άρης ακόμα, γλεντούσε τα ρέστα της μοναξιάς του κοιτάζοντας τον ουρανό και τα αστέρια, τα απλωμένα σαν χαλί, πάνω απ’ τον Ξερό; – αυτή ήταν η πραγματικότητα του μυαλού του, στις λεπτομέρειες που του ξέφευγαν λίγο πριν στους δεκάδες κύκλους στους δρόμους του χωριού με τα ξένα ονόματα: «Αυτή ήταν η Λουκή Ακρίτα», «αυτή η Πετράκη Γιάλλουρου», «αυτή η Κυπρίων αγωνιστών»· «τι λένε αυτές οι ξένες λέξεις που έβαλαν για οδούς;». Στην αχανή του σκέψη περιπλανώμενος, είχε καθίσει μαζί με τη μάνα μου στους καφενέδες με τις τούρκικες επιγραφές πίνοντας γάλα τριαντάφυλλο και ρώτησε για ένα φίλο του – ήλπιζε πως ο αγνοούμενος -σαν τις ηρωικές εκείνες μανάδες που άκουγαν «τηλεφωνήματα» στον ξύπνιο τους και τη φωνή του γιου τους «ζωντανή»-, πως δεν θα ήταν από τους ανευερθέντες στην Άσπρη Μούττη· αν και μέσα του προτιμούσε να ‘ταν ανδριάντας. Οι ιστορίες δίπλα μου ξεκινούσαν και τελείωναν βιαστικά σαν σε σινεμά ασπρόμαυρο, πικρά αποκυήματα μιας πραγματικότητας που πότε φορούσε κελεμπία, πότε σταυρό στο λαιμό, σ’ έναν τόπο που συνήθως οι μιναρέδες αντιμάχονταν τα ιερά στη μυσταγωγία και στην πίστη χωρίς νικητή κανένα· μόνο ήττες «τζιαι ποτζιεί τζιαι ποδά».
«Διπλώνουν τ’ όνειρο πικρό στην πέτρα το σκεπάζουν / σηκώνουν και στενάζουν στα μπράτσα τον καιρό / στεγνά τα μάτια κι ο λυγμός ζωγραφιστός στο στόμα / στο σκλαβωμένο χώμα φωτιά και χαλασμός», Α. Λυκαύγης.
Το βλέμμα εκείνο του 80χρονου πατέρα μου -το απελπισμένο, το χαμένο μέσα στον ρεαλισμό που είναι σκληρότερος κι από το αρτιότερο ποίημα που πασκίζει να «επανασυνδεθεί» με ένα ανεπίστρεπτο παρελθόν- το «βλέπω» ξανά σήμερα στις απευθείας συνδέσεις, στο νέο πόλεμο στις πόλεις που γέμισε από ξένους δημοσιογράφους και «σκληρές ανταποκρίσεις»· το «μετά» εκείνο που είναι παντού ίδιο και που δεν αλλάζει χώρες: Μοίρασμα και αποφάσεις γρήγορες για τους λαούς σε χαρτάκια, όπως κάποτε, μέσα σε δέκα λεπτά, κόπηκαν οι άνθρωποι σε «στρατόπεδα» στη Γιάλτα, έναν αιώνα πριν. Τίποτα δεν αλλάζει στην πράξη, μόνο τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Και των ημίτρελων ηγετών.
«Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι, που κρεμάστηκε στο παράθυρο του γκρεμισμένου σπιτιού, ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει, σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ‘κοψαν;», Κ. Μόντης.
Τα θυμήθηκα όλα αυτά σήμερα, πάνω από ένα πιάτο γίγαντες καυτερούς, με λίγο λουκάνικο στο πλάι, στην πλατεία Θεάτρου της Αθήνας, σε μια σκεπασμένη αυλή, επειδή αυτή η αυλή ήταν σαν την αυλή εκείνων των καφενέδων με την (μόνη) αντίσταση των φυτών που κράταγαν «χαρακτήρα»: Τις βουκαμβίλιες, την ελιά στη μέση, και τα εσπεριδοειδή που έσπαγαν την μύτη κι ήταν σα να έμπαιναν οι μανταρινιές απ’ τα ρουθούνια κάνοντας την όσφρηση πορτοκαλί. Και τους βιαστικούς περιπάτους μετά στο στενό δρόμο προς τη Λεύκα με τα σπιτάκια των εργατών, την αποβάθρα για τα εμπορεύματα, το καζάν ντιπί με το φρέσκο ψάρι στο πεζοδρόμιο του χωριού, παραλιακά πιο κάτω, τη θάλασσα που συνήθως δεν ήταν καθαρή απ’ τα μεταλλεία μα την κολυμπούσαν άνθρωποι. Μια δρασκελιά ήταν το οδόφραγμα από το τελευταίο round about· μα, άλλος πια τόπος.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 20.3.2022.