Ένα ταξίδι του 2017 στις παρυφές της Ουκρανίας (και του ελληνισμού), εν μέσω ταραχών και μιας επίπλαστης ομαλότητας.

Η απόσταση από το μικρό αεροδρόμιο Zaporozhye, στα ανατολικά της Ουκρανίας -πολύ κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία- μέχρι την πόλη της Μαριούπολης, είναι περίπου πέντε ώρες. Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις την ταχύτητα με την οποία διαμορφώθηκαν οι εναλλαγές στην επικίνδυνη αυτή «ζώνη» της Ευρώπης, στα άκρα μιας χώρας, αλλά και την πεποίθηση στα πρόσωπα όσων κοιτάνε -ανέκφραστα σχεδόν, σα να τα περιμένουν όλα πια, στηριγμένοι σε κάτι αόριστο μη περιμένοντας ουσιαστική βοήθεια από «δυνάμεις» και ομόθρησκους «φίλους»- πως ό,τι προϋπήρχε, καλό ή κακό, ήρεμο ή αλλοπρόσαλλο στην ιστορία που ξεγράφεται με μερικά μπαμ, έχει πια χαθεί οριστικά – ανάμεσα σε πτώματα, ματωμένους δρόμους, το φόβο και την πραγματικότητα που γίνεται ανάγκη, έναν «πόλεμο» που μετονομάστηκε σε «σύγκρουση» και «επίλυση διασυνοριακών διαφορών»· κανένα φρέσκο δάκρυ δεν απέμεινε πια για να χυθεί. Ο δρόμος, ανάμεσα σε χωράφια σπαρμένα αλλά και γυμνά από χώμα, σε δέντρα και μικρούς παραπόταμους, γεμάτος λακκούβες και ανεβοκατεβάσματα απότομα πάνω κάτω πάνω κάτω, φτιάχτηκε από τανκς: «Από εδώ πέρασαν τα ουκρανικά άρματα για να πάνε στα σύνορα, τότε με τις επιθέσεις. Από εδώ περνάνε συνέχεια και πατάνε βαριά στην άσφαλτο. Έτσι έλιωσε», μου εξηγεί ο οδηγός Γιάννης Μπαϊταλτζής, με καταγωγή από την Κριμαία – ελληνόφωνος και «Έλληνας δεύτερης γενιάς». Στο αυτοκίνητο ακούμε Μπιθικώτση – αυτή είναι η αναφορά του: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα…». 

Τα μπλόκα, στην είσοδο της Μαριούπολης, με επαναφέρουν σ’ αυτό το «περίκλειστο» όσο και επικίνδυνο» πεδίο – είναι η πρώτη ένδειξη για το μεγάλο «φυτίλι» που απέμεινε μέσα στην πόλη αλλά και τον ενδόμυχο τρόμο που κάθε στιγμή μπορεί να απειλήσει την κατά τα άλλα «συνηθισμένη» μεσοαστική ζωή μιας περιοχής μισού σχεδόν εκατομμυρίου κατοίκων. «Από που έρχεστε; Που πάτε;». Το όπλο είναι παρατεταμένο στα παράθυρα των αυτοκινήτων, κάποιο ακουμπάει στο μέτωπό μου σχεδόν, οι στρατιώτες κοιτάνε διαβατήρια, ο οδηγός ρωτάει αν κάποιο από αυτά είναι σφραγισμένο από τη Ρωσική Δημοκρατία· όλα ok: «Yty vpered!».

Η Νίνα Τοπάλοβα, δασκάλα στο χωριό Τσερμαλίκ, 50 περίπου χιλιόμετρα μακριά από την Μαριούπολη, πολύ κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, κάθεται δίπλα μου και, περνώντας, από την οδό Στρέιτιλι (που στα ουκρανικά ονομάζεται «Μποτιβέλνικεφ»), τα παλιά μεταλλεία και το κατεστραμμένο από τις επιθέσεις του 2014 αστυνομικό κτήριο, μου εξηγεί: «Ένας ποταμός χωρίζει το χωριό μου από τη Ρωσία. Απέναντι βλέπουμε τα καλάσνικοφ. Βρισκόμαστε στην εμπόλεμη ζώνη. Είμαι επίσης μητέρα δύο παιδιών, αλλά στο χωριό που διδάσκω πηγαίνω χωρίς τα παιδιά μου πια, γιατί θέλω να ζουν σε ειρήνη, να μην βλέπουν πόλεμο, για να μην φοβούνται. Έχω 20 μαθητές. Και -το βλέπεις!- στα μάτια αυτών των παιδιών, πως έχουν δει πράγματα…Μεγαλώνουν νωρίς! Υπήρχαν μέρες που έκανα μάθημα ενώ ακούγονταν πυροβολισμοί. Δεν είναι φυσιολογικά αυτά τα πράγματα που βιώνουμε εδώ… Όταν είπα στον άντρα μου πως θα πάω να διδάξω στο Τσερμαλίκ, με μάλωσε. Μου είπε: “Νίνα, δεν θέλω τα παιδιά μου να μείνουν ορφανά από μητέρα!”. Αλλά πήγα. Γιατί έπρεπε να δουλέψω».

Θυμήθηκα, από αυτό το ταξίδι μου, πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, σε περιοχές που προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να συμβαδίσουν με την ειρήνη παραπατώντας, εκείνα τα παιδιά στο μικτό 12τάξιο σχολείο του χωριού Σαρτανά που σε κοιτάνε βαθιά «εξηγώντας» τα όλα με ρήματα μισά, χωρίς να μιλάνε, μα που τα λένε όλα βουβά, καθισμένα στα θρανία τους ήσυχα – τους στρατιώτες στους δρόμους, τα πυρομαχικά μέσα σε κλούβες, τους κατ’ οίκον περιορισμούς, τα υπόγεια των σπιτιών, τις σφικτές αγκαλιές των μανάδων τους σα να ‘ναι για εκείνες «η τελευταία φορά». Θυμήθηκα τη Ναντία Παπακίτσα, η οποία μένει στην άκρη του χωριού – όπου πήγα για να ακούσω τα περίφημα «ρουμαίικα», ένα συνδυασμό αρχαίας ελληνικής, δημοτικής και ποντιακών εκφράσεων, που συνηθίζουν να μιλούν οι Έλληνες που ζουν στην ανατολική άκρη της Ουκρανίας. Βρισκόταν στην παλιά κουζίνα του σπιτιού της, τη ζεστή από φυσικό αέριο -όπως τα πλείστα στην περιοχή-, και ετοίμαζε κοτόσουπα με κρεμμύδι, καρότο, πατάτες, λίγο ρύζι και φύλλα δάφνης. Στο μικρό υπνοδωμάτιο με ανοιχτή την τηλεόραση σε κάποιο δημόσιο κανάλι της Ουκρανίας, εκεί όπου τη φωτογράφισα μπροστά από τις εικόνες των αγίων της, κάθονταν στον σκουρόχρωμο καναπέ ένα από τα δύο της παιδιά μαζί με τα τρία της εγγόνια. «Πριν από τρία χρόνια, δώδεκα νοματαίοι σκοτώθηκαν στο παραδίπλα οικόπεδο. Ευτυχώς εδώ, δίπλα από το σπίτι μου, έπεσε μία σφαίρα αλλά τελικά δεν εξερράγη κι έτσι δεν σκοτωθήκαμε. Τα παιδιά έκλαιγαν. Κλειστήκαμε στο υπόγειο. Φοβηθήκαμε! Της ξαδέλφης μου ο γιος σκοτώθηκε. Αλλά δεν φεύγω από εδώ. Προτιμώ να σκοτωθώ παρά να φύγω από το σπίτι μου. Τα παιδιά μου ας φύγουν. Εγώ δε φεύγω! Έχω ταυτότητα ουκρανική, αλλά είμαι Ελληνίδα. Ο παππούς μου ήταν Έλληνας, ο πατέρας μου ήταν Έλληνας, άρα κι εγώ είμαι Ελληνίδα. Πριν από 50 χρόνια, θυμάμαι, απαγορευόταν να μιλάμε ελληνικά, μόνο ρωσικά μιλούσαμε. Αλλά η μαμά μου δεν ήθελε να κοιτάω Ρώσους άντρες, γι’ αυτό και τελικά παντρεύτηκα Έλληνα». Μου περιέγραψε τη διαφορά ελληνικών και ρουμαίικων λέξεων με παραδείγματα: Το «Καλοκαίρι» που το λένε «Καλκαιρί», το «ευχαριστώ» «ναζίς», την «Ελλάδα» που την ονομάζουν «Γρέτσια». «Είμαι ρουμέισσα και μιλάω ρουμαίικα!», μου είπε περήφανα.

Πώς να ξεχάσω εκείνες τις σπασμένες σε ελληνικά λέξεις που μου είπε εκείνο το 11χρονο παιδί, στο διάλειμμα των μαθημάτων του, στους διαδρόμους του παλιού οικοδομήματος απ’ την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος που παραμένει όρθιο, ανάμεσα σε παλιά lada και μεγάλα κίτρινα λεωφορεία, όταν μου μίλησε σαν ενήλικας, σα να τα ‘χε δει όλα – όλα όσα δεν όφειλε: «Στον πόλεμο όλοι ήμασταν σαν οικογένεια. Κάθε χτύπημα που άκουγα από πυροβολισμό, ήταν σα να χτυπούσε στην καρδιά μου! Ήταν δύσκολο. Τρέχαμε μέσα στη νύχτα με τη μαμά μου, κρυβόμασταν, είχαμε αγωνία. Ζούμε με το φόβο. Θέλω να πάνε όλα καλά…». «Δεν συνήθισες πια; Τόσα χρόνια…». «Γιατί να συνηθίσω; Συνηθίζεται ο πόλεμος;».

(Πρώτη γραφή: Δεκέμβριος 2017). 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 289.8.2021.