Η συλλογή του Κώστα Γουλιάμου «Υγρό Γυαλί» (εκδ. Gutenberg 2020) είναι μια ενδοσκόπηση στον πρώτο μας εαυτό.
Βασικά θέματα που συγκροτούν το ποιητικό σκηνικό είναι ο πόλεμος, η σκληρή σκηνογραφία του θανάτου, ο έρωτας, το αδυσώπητο φως. Στη συλλογή κυριαρχεί η διάρρηξη της ρεαλιστικής κανονικότητας, η κοινωνική φόρτιση, η αποδόμηση του γραμμικού χρόνου. Η υψηλή δραματικότητα που εκπηγάζει από την πυκνή διαδοχή εικόνων οδηγεί σε ένα γόνιμο ξάφνιασμα τον αναγνώστη.
Το υγρό γυαλί, που κάποτε μεταμορφώνεται σε υγρό φεγγάρι, είναι το μοναδικό σύμβολο που έχει ο δημιουργός για να περάσει σ’ ένα διάλογο με τους νεκρούς και την ιστορία.
Ο ποιητής παρεμβαίνει στο μυθικό υλικό διασπώντας τον πρωτογενή πυρήνα του σ’ έναν αστερισμό ποιητικής μεταφοράς. Ο Γουλιάμος αναπτύσσει μια αμφίσημη σχέση με τον μύθο που εκδηλώνεται, αφενός με την οικειοποίηση του νοήματός του και, αφετέρου, με μια κριτική αποστασιοποίηση από αυτόν. Αυτή η στάση σηματοδοτεί και την μεταιχμιακή δομή του ποιήματος.
Η μυθική αφήγηση παραμένει ένα μείζον ποιητικό στρατήγημα με το οποίο ο ποιητής προάγει τις μορφικές αναζητήσεις και ταυτόχρονα επιτυγχάνει να τις τοποθετεί στα ερωτήματα της εποχής του. Η Ανδρομέδα, η Ισμήνη, η Καλυψώ, η Ιφιγένεια, η Άλκηστη, οι γυμνές γυναίκες, που από το σώμα τους τρέχει μυρωδιά από χέρσο χωράφι, μετά τα πρωτοβρόχια εισβάλλουν στο ποιητικό σκηνικό. Οι γυναίκες είναι γήινες με σάρκινη υπόσταση και αισθησιακή δύναμη, αλλά την ίδια στιγμή η επίδραση που ασκούν είναι βαθιά καταλυτική, ώστε περνούν στην περιοχή του συμβόλου. Ο Γ. Σεφέρης χρησιμοποιεί αρχαίους μύθους για να εξετάσει το ελεγείο του χρόνου, ενώ ο Κ. Γουλιάμος χρησιμοποιεί σύμβολα για να μυθοποιήσει το σύγχρονο πρόσωπο και τη σύγχρονη εποχή.
Δεκάδες πρόσωπα εμφανίζονται στον ποιητικό του καμβά: βουβά, ρεαλιστικά ή φασματικά που συγκροτούν τον μύθο: ο Γρηγόρης, ο Ευαγόρας, ο Norim, o Frederico, ο Νazim, ο Simon και η Marion που έφυγαν τις νύχτες του Auschwitz. Οι νεκροί δεν εκπροσωπούν τις άκαρπες θυσίες· ενσαρκώνουν το κάλεσμα του κόσμου που στέκει σπαραχτικά ζωντανός προς τον παρατηρητή. Το βλέμμα του ποιητή δεν εστιάζεται όμως μόνο στους προνομιούχους πρωταγωνιστές της μυθολογικής ιστορίας (δηλαδή τους μυθικούς ήρωες) αλλά και τους ανώνυμους ή αντιήρωες. Ο ναύτης που αναζητά τα κουρασμένα πλοία, ο νεροφύλακας με το άγρυπνο σώμα του, οι ξενιτεμένοι που πνίγουν τα παιδικά τους χρόνια στον ύπνο τους, οι άστεγοι, είναι στην πρώτη γραμμή. Αυτή η ανατρεπτική μεταχείριση του μυθολογικού πλαισίου αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της ποιητικής ηθικής του Κώστα Γουλιάμου. Σαν ένας πολυπληθής θίασος, τα απρόσωπα αυτά σώματα ή φαντάσματα, μπαίνουν και βγαίνουν στην ποιητική σκηνή. Μέσα σε αυτόν τον χώρο, που συνδυάζει την απόλυτη μοναξιά, ο ποιητής κυκλοφορεί εγείροντας ένα σύνολο ερωτημάτων. Αυτή είναι η ποιητική ανθρωπολογία του Γουλιάμου: επώνυμη και ανώνυμη, προσωπική και απρόσωπη, ρεαλιστική και φασματική.
Το φως έχει κυρίαρχη θέση στη συλλογή. Δεκαπέντε φορές απαντά το ουσιαστικό «φως» στη συλλογή. Η ποσοτική αυτή παρουσία μάς υποχρεώνει να εξετάσουμε τη λειτουργία του φωτός και άλλες παραπληρωματικές έννοιες του σκοταδιού. Από το σολωμικό σκοτεινό φως μεσημερνό, στην αποκαλυπτική λύρα του ηλίου του Σικελιανού, στο αγγελικό και μαύρο φως του Σεφέρη, στο γκρίζο φως του Σινόπουλου, στο αόρατο φως του Κώστα Γουλιάμου. Πρόκειται για την επιστροφή σ’ εκείνη την πρώτη, την πιο μακρινή σχέση με το γενέθλιο φως. Πολλές φορές το αόρατο φως παραπέμπει στο «φως φωτί» του Πλωτίνου, ένα φως καθάριο που εξακολουθεί να φωτίζει στο σκοτάδι αφού ενυπάρχει μέσα σου.
Η μυστική λειτουργία του φωτός συνδέεται με την ιδέα της δεύτερης υπόστασης της πατρίδας, της μοιρασμένης, αλλά και της ονειρικής. Σαν έτοιμη από καιρό, η Σοφία μαζεύει το ποδήλατο με το οποίο θα διαπεράσει το αόρατο φως, με αυτό που θα αγγίξει και θα ακούσει τις φωνές των νεκρών, θα διασχίσει τα περιβόλια για να μαζέψει πορτοκάλια της Μόρφου.
Ο μυθικός Οδυσσέας, του οποίου τα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου, γίνεται σύμβολο αναζήτησης ενός δρόμου ζωής. Από πού θα ξεκινήσουμε Οδυσσέα; Από πού θα ξεκινήσουμε Σοφία; Ο ποιητής αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον το «πού» λειτουργεί ως χωρικός ή χρονικός δείκτης. Ο ξενιτεμένος θα γυρίσει στο πατρικό του. Ο ποιητής είναι σίγουρος πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι και ο πιο κοντινός, που συμφιλιώνει τη διφυή υπόσταση του ανθρώπου, της αίσθησης και της νόησης, της ζωής και του θανάτου, του βλέμματος του έγκλειστου και του βλέμματος της Σοφίας, σε μια τελετουργημένη παλιγγενεσία, διηθημένη μέσα από το υγρό γυαλί, που στο τέλος της διαδρομής θα καταυγάσει τα πάντα…