Μεχμέτ Γιασίν: «Κίτρινο κεχριμπάρι», εκδόσεις Αστάρτη, 2020.
Ο Μεχμέτ Γιασίν, ένας από τους σημαντικότερους Τουρκοκύπριους λογοτέχνες της πατρίδας μας στη σύγχρονη εποχή, έγραψε ένα πολύ τολμηρό πολιτικό μυθιστόρημα, το «Κίτρινο κεχριμπάρι». Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα τούρκικα το 2014 και στα ελληνικά το 2020. Το μυθιστόρημα αυτό συνιστά μια βαθιά τομή στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Μια τομή που δεν αρέσκεται σε καθωσπρεπισμούς και «στρογγυλεύματα». Αν γράφονταν περισσότερα τέτοια έργα, τόσο στην ε/κ όσο και στην τ/κ κοινότητα, θα ήταν διαφορετική όχι μόνο η λογοτεχνία του τόπου μας, αλλά και η ιστορία της πατρίδας μας.
Και σε αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στο προηγούμενο, «Ιχθύς ομογενής» 2018, η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη και πολυσυλλεκτική. Όμως όλα φιλτράρονται μέσα από μια έντονη αυτοαναφορικότητα, όλα εδράζονται στη στέρεη βάση της αυτοβιογραφίας. Ό,τι και να γράψει ο Μ. Γιασίν, εμμέσως, πλαγίως, αλληγορικά ή άλλως πως, σαφώς και αυτοβιογραφείται. Στην προκειμένη περίπτωση η αυτοβιογραφία εκτείνεται σε όλο το γενεαλογικό δέντρο της ευρύτερης οικογένειας του. Ο συνολικός μύθος δεν αφορά μόνο τον ίδιο και τα βιώματά του, αφορά και τους γεννήτορες του και τη δική τους γενιά.
Ο παραλογισμός, η εξωφρενικά κάθετη και εντελώς άγονη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων της πατρίδας μας διατρέχει όλο το βιβλίο. Κι είναι ένα στίγμα βαρύ, σαν πέτρα πάνω στο στήθος του συγγραφέα. Είναι όμως ένα βάρος που τυγχάνει ανηλεούς ψόγου, χλεύης, ειρωνείας και σαρκασμού: «Ο φίλος μου δεν χαίρει της συμπάθειας της τουρκοκυπριακής διοίκησης. Θα αγαπήσουν όμως το πτώμα του. Θα πουν πως οι Ελληνοκύπριοι δεν διστάζουν να δολοφονήσουν στυγερά ακόμη κι ένα φίλο των Ελληνοκυπρίων και θα κάνουν προπαγάνδα». (σελ. 19)
Οι βίοι παράλληλοι των δύο κοινοτήτων του νησιού μας σκιαγραφούνται με τον πιο ωμό και ανεπιτήδευτο τρόπο. Με ειλικρίνεια, αμεσότητα και απλότητα. Όμοια αρνητικά βιώματα, έστω με διαφορά δεκαετίας, παρατίθενται με αφοπλιστική λιτότητα: «Θυμάσαι το στρατόπεδο αιχμαλώτων που σας κρατούσαν οι Τούρκοι; Βέβαια και το θυμάμαι. Για δες, εγώ δεν θυμάμαι το στρατόπεδο αιχμαλώτων όπου μας είχαν οι Έλληνες. Ήσουν πολύ μικρός τότε, είπα». (σελ. 75) Ίδια εικόνα και μερικές σελίδες παρακάτω: «Το ’63 πρόσφυγες πολέμου είχαν γίνει οι Τούρκοι γείτονες τους, ενώ το ’74 εκείνοι». (σελ. 91)
Η βαθιά ‘κυπριακότητα’ του βιβλίου είναι έντονη, διάχυτη και διάσπαρτη παντού. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα είναι ξεκαρδιστικά ρεαλιστική και απόλυτα αληθής: «Όταν οι Λευκωσιάτες οδηγοί σε προσπερνούν, βγάζουν έξω το χέρι τους σαν να σ’ ευχαριστούν που τους δίνεις προτεραιότητα… Το χειρότερο απ’ όλα είναι η πιθανότητα να παρκάρουν ξαφνικά, ενώ τρέχουν. Θαρρείς κι είναι στο χωριό, καβάλα στον γάιδαρό τους και μπορούν να σταματήσουν, έτσι ξαφνικά, όπου τους βολεύει… Αλλάζουν λωρίδα αδιαφορώντας για τον κίνδυνο σύγκρουσης, η χρήση του φλας τούς είναι άγνωστη». (σελ. 149) Και γενικά ο Μ.Γ. γράφει μια μικρή πραγματεία για την οδήγηση των Κυπρίων!
Κατά τον ίδιο τρόπο ο συγγραφέας αναλύει, παραστατικά και γλαφυρά, όχι μόνο τον γαστριμαργικό πολιτισμό της Κύπρου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής μας. Γενικά όμως, ο συγγραφέας δελεάζεται συνεχώς από το πολιτισμικό μωσαϊκό, την πολιτιστική πανδαισία των πληθυσμών, των λαών της ευρύτερης περιοχής μας Αράβων, Τούρκων, Ελλήνων, Εβραίων, χριστιανών και μουσουλμάνων.
Εκπληκτικά εκφραστική θα χαρακτήριζα και την ανάγλυφη προσωπογραφία των δημοσιογράφων του τόπου μας, όπως την επιχειρεί ο Μ.Γ.: «Τι κωμικοτραγικοί χαρακτήρες παράστασης δημοτικού σχολείου είναι αυτοί οι άνθρωποι των μίντια, δες τι φιγούρα πουλάνε, επειδή τους παρακολουθούν μερικές χιλιάδες νοικοκυρές, άντε πες κι άλλοι τόσοι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, του μισού ενός μικρού νησιού». (σελ. 193)
Συγκινητικά απλοϊκή αλλά ανεπιτήδευτα αληθινή και πασιφανώς παραστατική θεωρώ την περιγραφή των πρώτων διακοινοτικών ταραχών, όπως την αφηγείται ο κηπουρός των τριών αδελφών, των τριών δασκάλων: «Στοιβάξανε βαρέλια, τσουβάλια με άμμο ό,τι ήβρανε, ε, απ’ τη μια μεριά ο Ρωμιός της Κύπρου, απ’ την άλλη ο Τούρκος της Κύπρου, στην κεφαλή τους Έλληνας αξιωματικός, στη δική μας Τούρκος, ναι. Βτζιν, βζιιν οι ριπές, γάζωμα». (σελ. 215)
Ο ίδιος, ο γέρο κηπουρός δηλαδή, αγγίζει και την ουσία της δημιουργίας του κατοχικού μορφώματος στη βόρεια Κύπρο: «Τι περιμέναμε, ότι θα έφτιαχνε η Τουρκία σ’ ετούτο το νησί ένα κράτος για τον λαό μας; Έφτιαξε έναν λαό για το δικό της κράτος».
Ο σημαντικότερος μύθος του βιβλίου είναι βέβαια, η βιογραφική καταγραφή της ιστορίας των τριών αδελφών, της Λαμιά, της Σεμιχά και της Αϊσέ που είναι και οι τρεις δασκάλες και ζουν στην περιοχή Νεάπολη της Λευκωσίας. Αφηγήτρια είναι η νεαρότερη αδελφή, Αϊσέ, μητέρα του συγγραφέα. Ο όλος μύθος, υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής, καταλαμβάνει εκτενές μέρος του βιβλίου και συγκεκριμένα 146 από τις 440 σελίδες. Παρατίθεται δε εμβόλιμα και αποσπασματικά σε τρία μέρη, στην αρχή, τη μέση και στο τέλος του βιβλίου. Η στυλιστική διαφορά από το υπόλοιπο μυθιστόρημα είναι εμφανής. Εδώ, επί της ουσίας, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πεζόμορφο ποίημα, με λυρισμό, συγκίνηση και βαθιά συναισθηματική επένδυση. Το ιδιότυπο αυτό ημερολόγιο είναι διανθισμένο με δεκάδες οικογενειακές φωτογραφίες εποχής, ιδιαιτέρως εκφραστικές τόσο ουσιαστικά, όσο και υφολογικά. Χρονολογικά καλύπτεται η περίοδος 1897-1937 στην πρώτη παράθεση, 1938-1962 στη δεύτερη παράθεση και 1963-1967 στην τρίτη. Τα δε αναγνωστικά ευρήματα, κυρίως για τον Ε/κ αναγνώστη, πολλά και συγκινητικά έως συγκλονιστικά.
Η αφήγηση της Αϊσέ αποτελεί κι ένα άλμπουμ δικοινοτισμού και ειρηνικής συμβίωσης μεταξύ Ε/κ και Τ/κ. Σκηνές καθημερινότητας από την περίοδο του μεσοπολέμου παρατίθενται με γλαφυρότητα: «Οι Έλληνες τη λένε ‘Λήδρας’, οι Τούρκοι ‘Ουζούνγιολ’, όμως στον ίδιο δρόμο κάνουν κι οι δυο τα ψώνια τους μιλώντας αγγλικά». (σελ. 123)
Από το βάθος του 1964 η αφηγήτρια μονολογεί πικρές ιστορικές αλήθειες: «Κατάλαβα πως τελείωσε η Λευκωσία, όπως τελείωσαν σαν ήλθε η σειρά τους: Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αντιόχεια, η Χάιφα, η Αλεξάνδρεια…». (σελ. 415)
Το αφήγημα της Αϊσέ με το αφήγημα που έχει ως ομιλητή τον ίδιο το συγγραφέα και άλλους πρωταγωνιστές έχουν μεταξύ τους συγκλίνουσες αλλά και αποκλίνουσες παραμέτρους. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή, η μητέρα του στο παρελθόν. Τα δύο αφηγήματα εφάπτονται, συμπλέκονται, διασταυρώνονται συχνά. Και τα διατρέχει η ίδια αγωνία, η αγωνία της ειρήνης και της διαφύλαξης του μεγαλύτερου αγαθού επί της γης, της ανθρώπινης ζωής.
g.frangos@cytanet.com.cy
ΥΓ. Η ΣΤΗΛΗ ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ.