«Ο Κύκλος με την Κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ από την Παράβαση Λυμπιών
Τα Λύμπια είναι μια ιδιαίτερη κοινότητα. Είναι λίγο η γεωγραφική τους θέση, στο κέντρο του νησιού και στα όρια των επαρχιών Λευκωσίας και Λάρνακας. Και είναι οι χαρακτηριστικές πλατυμέτωπες παραδοσιακές οικίες με τα σανιδωτά παράθυρα, ντυμένες με τη φερώνυμη ημιλαξευτή πέτρα. Μπορεί να είναι και η τύρβη από τη σχεδόν εφαπτόμενη Λουρουτζίνα, ή η «σκιά» των στρατηγικής σημασίας κατεχόμενων ασβεστολιθικών λόφων που πέφτει πάνω στο χωριό. Αλλά και το αδιάκριτο μάτι του κατακτητή που εισβάλει κοροϊδευτικά στην καθημερινότητα των κατοίκων από το περίοπτο ξωκλήσι του Τιμίου Σταυρού, που έχει μετατραπεί σε φυλάκιο.
Στο χωριό αυτό το θέατρο ανθεί. Κι εννοώ το άσπιλο θέατρο, το ντόμπρο. Δηλαδή το ερασιτεχνικό. Είναι ένας ύμνος στην κοινωνικότητα, φτιαγμένος με αγνά υλικά. Υπηρετείται με κέφι, μεράκι, περιέργεια και χωρίς βεντετισμούς από ειλικρινείς και διψασμένους εραστές της θεατρικής τέχνης, που εκπλήσσουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Με πραγματικές θυσίες, με πολύτιμες στιγμές από τον προσωπικό και οικογενειακό τους χρόνο, με ξενύχτια και αγωνίες. Κι όλα αυτά εντελώς αφιλοκερδώς. Πέρσι και φέτος παρακολούθησα τις δύο παραστάσεις της Παράβασης, τον Πλούτο και τον «(Καυκασιανό) Κύκλο με την Κιμωλία» που όχι μόνο είχαν ελάχιστα να ζηλέψουν από σοβαρές παραγωγές επαγγελματικού θεάτρου, αλλά άγγιξαν αυτά τα κείμενα- τοτέμ με παρρησία, αρθρώνοντας τη δική τους καθαρή άποψη σε σχέση με την αισθητική και τον χειρισμό του λόγου.
Αισθάνομαι τυχερός που η πρώτη θεατρική παράσταση που παρακολούθησα μετά από την καθιερωμένη «αποχή» κάποιων εβδομάδων λόγω διακοπών, όπως και η τελευταία που προηγήθηκε (οι εξαιρετικοί «Άθλιοι» του Β. Ουγκώ από την ομάδα Δημιουργείν), αποτελούν προτάσεις που δικαιώνουν τους ιερούς σκοπούς της ερασιτεχνίας. Το θέατρο αυτό στην Κύπρο δικαιωματικά αξίζει μια πιο προσεκτική ματιά.
Θα σταθώ στην περίπτωση του έργου του Μπρεχτ, που άνοιξε την περασμένη εβδομάδα το 13ο Φεστιβάλ Θεάτρου Λυμπιών, το οποίο από φέτος βρήκε το νέο του χώρο στο Πολιτιστικό Κέντρο της κοινότητας. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έγκειται στο γεγονός ότι -ένα παραπάνω στο συγκεκριμένο εγχείρημα- ο μεγάλος μαρξιστής ποιητής αποζητούσε ηθοποιούς ερασιτέχνες ή ερασιτεχνίζοντες. Ήταν κι αυτό ένα από τα εργαλεία με τα οποία υπονόμευε τη γοητεία του μύθου, τον ίδιο του τον εαυτό, για να πετύχει την περίφημη αποστασιοποίηση.
Ο Μάριος Κακουλλή εκφέρει τους μπρεχτικούς προβληματισμούς με όρους λαϊκού θεάτρου. Κατόρθωσε να προσεγγίσει την όλη δοκιμασία με επαγγελματικότατη αβρότητα, «παρασύροντας» και τους υπόλοιπους συντελεστές, με το αποτέλεσμα εντούτοις να μη χάνει διόλου την τραχύτητα και την αθωότητα του ενστικτώδους. Παρέδωσε έτσι μια ποιητικά ρεαλιστική παράσταση για θεατές ευαίσθητους και χοντρόπετσους, ενεργούς και αδρανείς, συναισθηματικούς και ασυγκίνητους. Και δικαίως κέρδισε το χειροκρότημα και πολλές διακρίσεις στα Λύμπια, αλλά και στην αρχαία Κόρινθο όπου πρωτοπαρουσιάστηκε.
Ο Μπρεχτ, που συνήθιζε να επιτάσσει παλιούς μύθους, χρησιμοποιεί εδώ μια παραλλαγή, ουσιαστικά, του εβραϊκού αφηγήματος του Σολομώντα, όπως το χρησιμοποίησαν οι Κινέζοι, αλλά και 20 χρόνια πριν τον Μπρεχτ ο συμπατριώτης του συγγραφέας Κλάμπουντ. Το στρατήγημα του σοφού βασιλιά που διέταξε «διέλετε το παιδίον εις δύο» για να διαπιστώσει ποια μητέρα πονάει περισσότερο το υπό διεκδίκηση παιδί, μετατρέπεται από τον Μπρεχτ σ’ ένα αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και απόδοσης του κάθε τι σ΄εκείνον που το αξίζει: τα παιδιά σ’ αυτούς που τα φροντίζουν, τα χωράφια σ’ αυτούς που τα οργώνουν.
Η Μαρία Κυριάκου απέδωσε μια Γκρούσα έξοχη: αφελή και πεισματάρα, ταπεινή και αγέρωχη, λαϊκή και μεγαλοπρεπή. Ο Σοφοκλής Σοφοκλέους πρότεινε έναν δικαστή Άζντακ αγροίκο, εξπρεσιονιστικό, σχεδόν αυτοεκφραστικό. Δικαίωση στο αποτέλεσμα βρίσκουν θαρρώ και η μπρεχτίζουσα εικαστική (Σόσε Εσκιτζιάν- κοστούμια, Μάριος Κακουλλή-σκηνική επιμέλεια) και μουσική (Στέλιος Γερασίμου, Χαράλαμπος Χαραλάμπους) ατμόσφαιρα.