Με αφορμή την παρουσίαση του νέου άλμπουμ του διακεκριμένου Κύπριου πιανίστα και συνθέτη Σταύρου Λάντσια «Waving Hands» στη Λευκωσία, μιλήσαμε με τον δημιουργό για την αυθεντικότητα στη δημιουργία, την έμπνευση, την αυτοκριτική, αλλά και για το πόσο τον άλλαξε η πατρότητα.
Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας, o Σταύρος Λάντσιας μάς ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο που δημιουργεί σήμερα: πιο απελευθερωμένα, πιο ενστικτωδώς και βαθιά επηρεασμένος από την πατρότητα. Μιλά για την ανάγκη αυθεντικότητας, για το πώς η μουσική του συνομιλεί με εικόνες και συναισθήματα, για τα ερεθίσματα που τον κρατούν ζωντανό καλλιτεχνικά, αλλά και για τους ανθρώπους που σημάδεψαν την πορεία του. Μια συζήτηση γεμάτη ευαισθησία, αυτογνωσία και καθαρή αγάπη για τη μουσική.
–Το «Waving Hands» έχει ήδη χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο «φωτεινά» σας έργα. Ποιο ήταν το αρχικό συναίσθημα που σας οδήγησε στη δημιουργία του; Ξεκίνησε ως παιχνίδι για τις μικρές. Ήθελα κάτι δημιουργικό για να τις απασχολώ, οπότε έπαιρνα ό,τι όργανο έβρισκα μπροστά μου, συνήθως την κιθάρα μου, και τους έπαιζα μουσικές και ήχους και έβλεπα ό,τι το διασκέδαζαν. Τώρα που μεγάλωσαν λίγο, μου ζητάνε από μόνες τους να παίζω μουσική και να χορεύουμε μαζί.
–Και πώς αυτό το παιχνίδι με τα κορίτσια σας μετουσιώθηκε σε μουσική πρόταση; Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία συνειδητοποίησα πως εξ αρχής αυτός ήταν ο στόχος μου: να προσπαθώ να αποτυπώνω τη στιγμή που βρίσκομαι συναισθηματικά και να την επικοινωνώ με τον κόσμο.
–Οι αντιδράσεις της Άρτεμης και της Ίριδας ακούγοντας τις μουσικές σας, επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα του άλμπουμ; Δεν ξέρω αν έγινε ακριβώς έτσι, σίγουρα, όμως, η μεταξύ μας διάδραση συνέβαλε. Εκεί που, για παράδειγμα, τους τραγουδούσα λίγο το happy birthday, λίγο το «να ζήσεις κορούλα μου»,δημιούργησα ένα δικό μου happy birthday.Ή εκεί που τους περιέγραφα το πώς είναι ο ήλιος και η φύση, δημιουργήθηκε ένα άλλο κομμάτι. Γενικά, νομίζω πως σε αυτή τη δουλειά ήμουν περισσότερο απελευθερωμένος και λιγότερο κριτικός την ώρα που έγραφα. Άφησα το συναίσθημα να βγει, χωρίς να ξέρω πού θα με πάει. Επίσης αυτή η δουλειά είναι και πολύ φρέσκια. Με άλλες μου δουλειές, στο παρελθόν, περνούσαν χρόνια μέχρι να τις ηχογραφήσω, το «Waving Hands» έγινε σχεδόν αμέσως αφού ολοκληρώθηκε, δηλαδή και στον κόσμο τώρα παίζω τα κομμάτια.
–Το «Waving Hands» έχει μια παιδική αθωότητα, ταυτόχρονα, όμως, έχει και μια κινηματογραφική αισθητική. Πώς γίνεται αυτό; Αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη μουσική μου γενικά, δεν μπορώ να το αποφύγω, θέλω να δημιουργώ εικόνες. Να μπορεί να κλείσει ο άλλος τα μάτια του και να φανταστεί κάτι, να του θυμίζει κάτι, να ονειρευτεί κάτι. Η μουσική μου δεν έχει λόγια, οπότε πρέπει με κάποιο τρόπο να εγείρει τη φαντασία του ακροατή για το ποια ιστορία είναι αυτή που θέλω να του πω.
–Νιώθω ότι η πατρότητα σας επηρέασε πολύ στο πώς αντιλαμβάνεστε τη δουλειά σας. Και τη ζωή γενικότερα. Από τότε που έγινα πατέρας κατάλαβα πόσο λίγος «ελεύθερος» χρόνος σου μένει. Τα παιδιά σε χρειάζονται συνέχεια, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια που είναι και τα πιο σημαντικά, όπως λένε. Από την άλλη, ανακάλυψα πόσο πιο αποδοτικός μπορώ να είμαι μέσα στον ελάχιστο χρόνο που έχω κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ποτέ δεν πίστευα ότι μπορώ να παράξω τόση δουλειά έχοντας μία ώρα ελεύθερη εδώ, μισή ώρα ελεύθερη εκεί.
–Σ’ αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι επιτρέψατε στον εαυτό σας να αφεθεί και να γίνει πιο ελεύθερος δημιουργικά; Σίγουρα συνέβαλε, γιατί όταν δεν έχεις χρόνο αναγκάζεσαι κατά κάποιο τρόπο να εμπιστευτείς το ένστικτό σου δημιουργικά και να το ακολουθήσεις. Ξέρετε, όσο μεγαλώνωαποκτώ περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στους συνεργάτες μου, αφήνομαι περισσότερο. Αισθάνομαι μια ασφάλεια ότι κάτι καλό θα βγει, που σίγουρα δεν θα αρέσει σε όλους, αλλά θα είναι καλό. Επιπλέον, τώρα έχω και ένα καινούργιο κίνητρο να δημιουργώ, διότι θέλω οι κόρες μου να είναι περήφανες για εμένα όταν μεγαλώσουν και ανακαλύψουν τι έκανα.

–Πόση σημασία έχει για εσάς η άποψη του κόσμου; Το «θα αρέσει σε όλους;» Προσωπικά, αυτό που με απασχολεί είναι να συναντηθώ. Να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους όσοι και αν είναι αυτοί. Στα πρώτα χρόνια, όταν ξεκινούσα, πίστευα ότι είμαι διαφορετικός από όλους τους άλλους, τελικά διαπίστωσα πως δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί. Μας ενώνουν πολλά πράγματα. Στην πορεία μου συναντήθηκα με ανθρώπους που έχουμε κοινή αισθητική στο θέατρο, στα βιβλία, στον κινηματογράφο, στις απόψεις μας. Μέσα από τη μουσική μου κάποιος μπορεί να βρει και πτυχές του χαρακτήρα μου και να πει, είμαι κι εγώ έτσι και να συναντηθούμε εκεί, δεν πρέπει απαραίτητα δηλαδή να ακούει μόνο κλασική ή τζαζ.
–Το προηγούμενο σας project, το «My Ennio Morricone» έγινε sold out και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Είναι κάτι που ένας δημιουργός το νιώθει από πριν, ότι μια δουλειά θα πάει καλά, ή είναι κάτι εντελώς απρόβλεπτο; Είναι απρόβλεπτο και κάθε φορά προσπαθώ να μην με απασχολεί διότι ξέρεις τι, δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς, φυσικά και έχεις κάποιες ενδείξεις ότι μπορεί να αφορά το κοινό, αλλά στην περίπτωση του Morricone για παράδειγμα, η ανταπόκριση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Θεωρώ πως αυτή η δουλειά θα με ακολουθεί σε όλη μου την καριέρα και θα επανέρχομαι κάθε φορά.
–Μετά από μία τέτοια επιτυχία, κάποιος θα περίμενε η επόμενη σας δουλειά να «πατά» πάνω στην ίδια βήματα, πώς αποφασίσατε να μην κάνετε κάτι αντίστοιχο, που πιθανόν να είχε ανάλογη επιτυχία; Το αφιέρωμα στον Morricone ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία και έμαθα πολλά, αλλά πεθύμησα να παίξω τη δική μου μουσική. Με ενδιαφέρει να είμαι αληθινός και να παρουσιάζω στο ακροατήριο αυτό που αρέσει και σε εμένα, ελπίζοντας πως θα αρέσει και σε αυτούς.
–Αλήθεια, εσάς τι μουσικές σας αγγίζουν; Υπάρχουν άλλα είδη που ακούτε; Κοίτα, σίγουρα οι μουσικές που άκουγα μικρός δεν έπαψαν ποτέ να με αγγίζουν. Δηλαδή εάν ακούσω τώρα το «Stairway to Heaven» των Led Zeppelin, θα νιώσω κάτι. Ή μουσικούς που ανακάλυψα αργότερα όπως ο Stevie Wonder ή ο Michael Jackson. Επίσης, αυτό που απολαμβάνω τα τελευταία χρόνια είναι να ανακαλύπτω νέους μουσικούς και νέους ήχους γι’ αυτό και όποτε έρχεται ένας νέος μαθητής κοντά μου – επειδή κάνω και κάποια μαθήματα- του ζητάω να μου προτείνει μουσικούς που ακούει ο ίδιος.
–Από την Κύπρο, τι εξακολουθεί να σας αγγίζει; Τι κουβαλάτε μέσα σας ως μνήμη; Το γεγονός ότι σε ηλικία οκτώ χρονών έζησα την τουρκική εισβολή, είναι κάτι το οποίο κουβαλάω και με πικραίνει κάθε φορά που επανέρχομαι. Σίγουρα κουβαλάω όμως και την οικογένειά μου. Ήμουν πολύ τυχερός σε αυτό γιατί με στηρίξανε, χωρίς να είναι οι ίδιοι μουσικοί, όπως και την αδερφή μου, που είναι ζωγράφος. Είχα υπέροχους δασκάλους που με διαμόρφωσαν και τους ευχαριστώ γι’ αυτό. Η Κύπρος είναι ένα σημαντικό κομμάτι μου.
–Πριν μερικά χρόνια ένας καλός σας φίλος και συνεργάτης, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, αποφάσισε να μετακομίσει στην Κύπρο με την οικογένειά του, για μια καλύτερη ποιότητα ζωής, όπως είπε. Είναι κάτι που θα σκεφτόσασταν στο μέλλον; Είχα μιλήσει με τον Αλκίνοο γι’ αυτή του την απόφαση και μου εξήγησε τους λόγους που επέλεξε να το κάνει όταν οι κόρες του έφτασαν σε μία συγκεκριμένη ηλικία και το κατανοώ. Και μου είπε επίσης ότι στο μέλλον είναι κάτι που ίσως απασχολήσει κι εμένα, οπότε ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει.
–Με τον Αλκίνοο γνωρίζεστε χρόνια, τι ξεχωρίζετε σε αυτόν; Τον καμαρώνω από την πρώτη φορά που παίξαμε μαζί. Από την αρχή ήμουν σίγουρος για την καλλιτεχνική του αξία, αυτό, όμως, που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου είναι η επιδραστικότητα του χαρακτήρα του. Πλέον, ο Αλκίνοος, αποτελεί μία αναφορά ως οντότητα, σε αυτά που λέει. Είναι σημαντικός πλέον και για κάποια πράγματα που έχει το θάρρος της γνώμης και το επίπεδο του λόγου να τα εκφέρει δημόσια. Δεν ξέρω αν ακούσατε πρόσφατα όσα είπε στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου, έχει κάτι μοναδικό αυτός ο άνθρωπος. Όπως λένε και οι Αμερικάνοι, «he is on a mission».
–Συνεργαστήκατε και με τον Σαββόπουλο αρκετές φορές. Ένας σπουδαίος μουσικός και μία προσωπικότητα αμφιλεγόμενη που κρίθηκε όσο λίγοι. Ποια η δική σας εμπειρία μαζί του; Ο Σαββόπουλος για πολλούς ήταν μία σχέση αγάπης και μίσους. Επειδή δεν μεγάλωσα με τα τραγούδια του, άκουγα περισσότερο ξένη μουσική τότε, όταν το γνώρισα ήμουν πιο απελευθερωμένος από τις διάφορες ιδεολογικές ταμπέλες που «κουβαλούσε». Εγώ εστίασα στη μουσική του η οποία ποτέ δεν με απογοήτευσε. Ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν επαναλάβανε τον εαυτό του. Ποτέ δεν τον ένοιαζε να κάνει σουξέ. Ανακάτευε τα είδη της μουσικής με ένα δικό του τρόπο. Μάθαινε από τους μουσικούς. Ο Σαββόπουλος είναι ένα παράδειγμα αυθεντικότητας. Μας έμαθε να εμπιστευόμαστε αυτό που έχουμε μέσα μας και να μην σκεφτόμαστε το τι μπορεί να θέλει ο κόσμος από εμάς.

–Σε προσωπικό επίπεδο πώς ήταν η σχέση σας; Ο Σαββόπουλος για εμένα είναι ο πιο σημαντικός τραγουδοποιός της Ελλάδας. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, όμως είχαμε καταφέρει να χτίσουμε μια καλή σχέση μέσα στα χρόνια και μου άρεσε που με θυμόταν και με έπαιρνε τηλέφωνο να κάνουμε μαζί δουλειές. Του είπα, βέβαια, και κάποια όχι, που δεν του είχαν αρέσει, αλλά ήθελα να κάνω και καινούργια πράγματα, όχι μόνο αφιερώματα. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο στόχος μου ερχόμενος στην Ελλάδα μικρός, να αφήσω ένα αποτύπωμα στο χώρο, να νιώθω ότι αν δεν ήμουν εδώ, κάποια από όσα έκανα, δεν θα γινόντουσαν. Να έχω επηρεάσει κι εγώ με κάποιο τρόπο τη μουσική πραγματικότητα της Ελλάδας.
–Και της Κύπρου και της υπόλοιπης Ευρώπης, εάν μου επιτρέπετε να προσθέσω. Τη Δευτέρα, 1η Δεκεμβρίου, θα παρουσιάσετε στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας το «Waving Hands», τι θα δούμε επί σκηνής; Η παρουσίαση γίνεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας 2025 και είμαι πολύ χαρούμενος που θα βρεθώ και πάλι στον τόπο μου με αυτή την αφορμή. Επί σκηνής σίγουρα θα παρουσιαστούν κομμάτια από το νέο μου άλμπουμ, αλλά θα ακουστούν και κομμάτια από παλαιότερες δουλειές μου. Θα παίξουμε Morricone, θα παίξουμε Χατζιδάκι. Επίσης είμαι ιδιαίτερα ευτυχής γιατί μαζί μου, στη σκηνή, θα έχω και δύο σπουδαίους μουσικούς που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, τον Νίκο Πίττα στο βιολί και τον Ρομπέρτας Γκρόντ στο βιολοντσέλο.
- INFO Το νέο άλμπουμ του Σταύρου Λάντσια «Waving hands», θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, στις 8.30μ.μ., στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας 2025.
Ελεύθερα, 30.11.2025