Με αφορμή την έκδοση της νέας του ποιητικής συλλογής «Αμπέλια της απαντοχής», ο Λεωνίδας Γαλάζης μιλά για την καρτερία ως υπαρξιακή και ηθική στάση απέναντι στην απόγνωση. Ανάμεσα στη φύση και την πίστη, στη στωικότητα και την κοινωνική κριτική, το ποιητικό υποκείμενο αγωνίζεται να διασώσει τις σταθερές αξίες της ζωής, σε έναν κόσμο γραφειοκρατίας, αμοραλισμού και ηθικής φθοράς.
–Η υπομονή στη συλλογή εμφανίζεται ως ενεργητική αντίσταση και πυξίδα επιβίωσης σε ασταθείς καιρούς. Πώς απηχεί αυτό στη δική σας κοσμοθεωρία; Κεντρικός θεματικός άξονας είναι ο αγώνας του ποιητικού υποκειμένου να πιαστεί από τις σταθερές αξίες της ζωής, ώστε να απεγκλωβιστεί από την απόγνωση και την απελπισία. Η απαντοχή ως ατομική και συλλογική κατάσταση δεν είναι καθόλου εύκολη. Στο ατομικό επίπεδο είναι αποτέλεσμα της πίστης. Σε πολλά ποιήματα της συλλογής επανέρχεται η μορφή της Παναγίας, ως καταφυγής και παρηγορήτριας. Λ.χ. στο ποίημα «Καταφυγιώτισσα», εμπνευσμένο από το ομώνυμο ξωκλήσι της γενέτειράς μου Πλατανιστάσας, η ατομική αναζήτηση σωτηρίας μέσω της καταφυγής στην πίστη, διαπλέκεται με τους διαχρονικούς αγώνες του λαού μας απέναντι στους ποικιλώνυμους κατακτητές για φυσική και εθνική επιβίωση. Η ίδια θεματική εντοπίζεται στο ποίημα «Ένα τραγούδι για τη Μαδαρή», σε συνάρτηση με το θέμα της αντοχής σε συλλογικό επίπεδο, ως πυξίδας για την επιβίωσή μας, μέχρι τον τερματισμό της συνεχιζόμενης ημικατοχής του νησιού μας. Αν εστιάσουμε στις αιτίες που οδηγούν το ποιητικό υποκείμενο στην απελπισία και στην απόγνωση, αυτές είναι οι ποικίλες κοινωνικές παθογένειες, με κυριότερες τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά και τον πολιτικοκοινωνικό αμοραλισμό. Σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής παρουσιάζονται διάφορες όψεις αυτών των φαινομένων που θλίβουν και συνθλίβουν τον άνθρωπο.
–Η φύση στα ποιήματά σας μοιάζει να υπομένει με αθόρυβη δύναμη. Πώς μπορούμε να αντλήσουμε απ’ αυτή έμπνευση για τη ζωή μας; Πράγματι, η φύση κατέχει κεντρικό ρόλο ανάμεσα στα θέματα. Το θρησκευτικό σύμβολο της αμπέλου, που παραπέμπει στον Χριστό και στην ίδια τη ζωή, λειτουργεί συνεκδοχικά, παραπέμποντας στη φύση. Από την άλλη η απαντοχή, συνιστά μια κατάσταση την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει με την επιστροφή στη φύση, με την αναζήτηση νοήματος μέσω της μελέτης των φυσικών νόμων, αλλά και μέσω της ηρεμίας και της νηφαλιότητας που του προσφέρει, ώστε να δει με καθαρότερο μάτι τις δυσκολίες της ζωής και να μπορέσει να τις υπερβεί με ορθολογισμό και εγκαρτέρηση. Εν τέλει, η φύση λειτουργεί ως πηγή δύναμης στον αγώνα του ποιητικού υποκειμένου να απεγκλωβιστεί από τα αδιέξοδα και τις δυνάμεις που το περιορίζουν, ώστε να απελευθερωθεί από τα δεσμά και τις δεσμεύσεις και να βιώσει την εσωτερική του ελευθερία.
–Πώς η ποίηση μπορεί να επηρεάσει κοινωνικές στάσεις; Η ποίηση, γενικότερα η λογοτεχνία και ευρύτερα οι τέχνες, αποτελούν βαθύτατη ανάγκη της ανθρώπινης υπόστασης. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό αν κανείς μελετήσει τις πανάρχαιες μορφές ποιητικού λόγου, που ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τον μύθο, τη θρησκεία και την ιστορία. Όσο η ποίηση αποτελούσε μέρος της προφορικής λογοτεχνίας και, ως εκ τούτου, κτήμα και βίωμα της κοινότητας, είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει δραστικά κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές. Η δυνατότητα αυτή έχει εκλείψει στην εποχή μας, δεδομένου ότι οι αναγνώστες της ποίησης έχουν περιοριστεί δραματικά. Ποιοι διαβάζουν ποίηση στις μέρες μας, εκτός από μια ευάριθμη ομάδα ποιητών, φιλολόγων και φιλαναγνωστών; Ίσως η μελοποίηση της ποίησης ή και η προβολή της μέσω των κοινωνικών δικτύων μπορεί να επηρεάσει κοινωνικές στάσεις ευρύτερων στρωμάτων του λαού, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Είναι δυνατόν, ωστόσο, να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες και να επηρεάσει τη στάση τους απέναντι στα διάφορα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Εδώ είναι που προβάλλει επιτακτικά ο ρόλος της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Πώς διδάσκεται η ποίηση στα σχολεία μας και στα πανεπιστήμια; Η μέθοδος διδασκαλίας της ελκύει τους μαθητές διαπλάθοντας τους μελλοντικούς αναγνώστες της ποίησης ή τους απωθεί απομακρύνοντάς τους μόνιμα από αυτήν; Ένα γεγονός που με θλίβει είναι ότι πολλοί αξιόλογοι ποιητές μας παραμένουν και δημιουργούν στο περιθώριο της κοινωνίας και φεύγουν από τη ζωή πικραμένοι εξαιτίας της αδιαφορίας της κοινωνίας. Τα ΜΜΕ φέρουν μερίδιο της ευθύνης γι’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο.
–Ποιο πολιτικό ή κοινωνικό βάρος έχει η στωικότητα και η σιωπή σήμερα; Αν η στωικότητα συνδέεται με την ενδοσκόπηση και την περισυλλογή, σε μια προσπάθεια του ανθρώπου να ανιχνεύσει τις δυνατότητές του για άμυνα απέναντι στις κοινωνικές παθογένειες και στις δυνάμεις καθυπόταξής του σε ποικίλους καταναγκασμούς, τότε θεωρώ ότι η στάση αυτή έχει κοινωνικό και πολιτικό βάρος. Παράλληλα, η στωικότητα και η σιωπή ως μορφές ορθολογικής αντιμετώπισης της αντίθετης άποψης αποδεικνύονται ιδιαίτερα σημαντικές. Είναι προτιμότερες από τις εκρήξεις θυμού, οργής και γενικότερα έντονων συναισθηματικών εξάρσεων, που συνδέονται με τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία και τον εξτρεμισμό. Η στωικότητα και η σιωπή συνιστούν αξίες, αν και εφόσον αποτελούν ένα ενδιάμεσο στάδιο πριν από την άρθρωση λόγου υπεύθυνου, κριτικού και εποικοδομητικού. Η κοινωνία μας έχει ανάγκη από αυτές τις αξίες, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που επικρατούν κυρίως οι διάφορες μορφές άγονου συναισθηματισμού, ρηχής συνθηματολογίας και (πολύ χειρότερα) ιδεολογικής πόλωσης και επικίνδυνων τάσεων λογοκρισίας, ειδικά σε ό,τι αφορά την ελευθερία της έκφρασης στις διάφορες τέχνες.
–Με αφορμή πρόσφατα περιστατικά περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης στην Κύπρο, πώς βλέπετε την ευθύνη του δημιουργού στην υπεράσπιση αυτού του δικαιώματος; Όσα συνέβηκαν τελευταία σε σχέση με τις τάσεις για περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης συγγραφέων και καλλιτεχνών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά συμπτώματα μιας στάσης που φοβάται να αντιμετωπίσει το διαφορετικό και να διαλεχθεί με αυτό. Οι πιο πάνω τάσεις είναι απαράδεκτες και καταδικαστέες. Σε μια ανοιχτή δημοκρατική κοινωνία, όπως η δική μας, η ελευθερία της έκφρασης είναι ουσιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Από την άλλη, αναγνωρίζω το δικαίωμα όσων διαφωνούν με τις κριτικές τοποθετήσεις ή τις τάσεις αμφισβήτησης που εντοπίζονται σε έργα τέχνης να διατυπώνουν τις απόψεις τους. Όχι όμως με αντιθεσμικές ενέργειες ή με υβριστικό λόγο και με απειλές κατά της ζωής των καλλιτεχνών. Αν κάτι χρειάζεται η πνευματική μας ζωή είναι νηφάλιο και τεκμηριωμένο κριτικό λόγο. Σίγουρα ούτε την υστερόβουλη κολακευτική και υμνητική αποτίμηση των έργων τέχνης για αποκόμιση προσωπικού οφέλους, ούτε την εμπαθή και ιδεοληπτική απόρριψή τους, στη βάση ιδεολογικών κριτηρίων και μόνο.
–Τι προϋποθέτει ένας γόνιμος και θεμιτός κριτικός λόγος απέναντι στο έργο τέχνης; Μιλούμε για έργα τέχνης. Επομένως, τα αισθητικά κριτήρια δεν πρέπει να λείπουν από την αποτίμησή τους, χωρίς ωστόσο να παραμερίζονται ο ιδεολογικός και ο αξιακός τους κώδικας. Η όποια αξιολόγηση των καλλιτεχνημάτων δεν πρέπει να είναι αφοριστική αλλά διαλεκτική. Να αφήνει πάντα περιθώρια διαλόγου, διατύπωσης της αντίθετης άποψης, ανταλλαγής επιχειρημάτων και σύνθεσης των διάφορων απόψεων. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν εν τέλει ύψιστα ζητούμενα της γενικής μας παιδείας. Θα ήταν ευκταίο αν τα εκπαιδευτήριά μας και οι άλλοι φορείς παιδείας επιτύχουν να μορφώσουν νέους που θα έχουν τη δυνατότητα να μελετούν και να απολαμβάνουν τα έργα της τέχνης με ενσυναίσθηση και κριτική σκέψη, μέσα στο πλαίσιο της ενεργού πολιτότητας. Ο ρόλος που έχει να διαδραματίσει το Υφυπουργείο Πολιτισμού προς αυτή την κατεύθυνση, πιθανόν ως κεντρικός συντονιστικός θεσμός, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός.

Εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας
Σελ. 100
€14.00
Ελεύθερα, 4.1.2026