Στο βιβλίο «Τραύματα Γενιών», ο συγγραφέας Μιχάλης Φωτίου ψηλαφεί τις πληγές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό ενός κωφάλαλου νέου το ’30 με το τραύμα της προσφυγιάς μιας οικογένειας το ’74. Μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου, αναδεικνύεται πώς ο θυμός γίνεται καταστροφικός όταν η σιωπή ή η οργή γίνονται οι μόνες διέξοδοι. Το έργο λειτουργεί ως καθρέφτης της αντοχής, εξερευνώντας το λεπτό σχοινί ανάμεσα στη λογική και την έκρηξη. Το μήνυμά του δημιουργού είναι μια προτροπή επιβίωσης: να πολεμάμε την αδικία χωρίς να επιτρέπουμε στον θυμό που τη συνοδεύει να αλλοιώσει την ανθρωπιά μας και να καταστρέψει το μέλλον μας.
–Πιστεύετε ότι ο θυμός είναι τελικά μια μορφή «γλώσσας» για εκείνους που η κοινωνία επέλεξε να μην ακούσει; Ο θυμός ήταν η μόνη διέξοδος για τον κωφάλαλο νέο και τον πατέρα του, διότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν και που δημιουργούσε τον θυμό συνυπήρχε με (ή διαμορφωνόταν από) κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις που κυριαρχούσαν τότε στην Κύπρο και ιδιαίτερα σε χωριά: έλλειψη μόρφωσης, συντηρητισμός, μυστικοπάθεια, προκαταλήψεις, κλπ. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται από την έκβαση των πραγματικών γεγονότων της ιστορίας όπως αυτή έχει καταγραφεί στον τύπο της εποχής. Φαίνεται δυστυχώς πως παρόμοιες καταστάσεις ήταν συνηθισμένες σε ολόκληρη την Κύπρο. Στην δεύτερη περίπτωση (του Χάρη και του πατέρα του), ο θυμός διαμόρφωσε τον χαρακτήρα τους, ορίζοντας έτσι τη ζωή τους για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο φάνηκε πως και οι δυο χαρακτήρες κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την ποδηγεσία του θυμού και του μίσους στηριζόμενοι κάπου (είτε αυτό λέγεται Χριστιανισμός, είτε Ελληνικός πολιτισμός, είτε ανάγκη-απόφαση να συνεχίσουν την ζωή τους με ένα πιο φυσιολογικό τρόπο). Οπότε, ναι, πιστεύω πως ο θυμός και όσα αυτός φέρνει (συμπεριλαμβανομένων και ακραίων καταστάσεων, όπως η χρήση βίας), είναι μια μορφή γλώσσας (σίγουρα, όχι η μοναδική) για εκείνους που νοιώθουν πως αδικούνται και πως δεν έχουν τα εργαλεία για να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Είναι αν θέλετε, η πιο εύκολη, η πιο διαθέσιμη επιλογή, η οποία όμως όχι μόνο δεν επιλύνει τα προβλήματα που προκαλούν τον θυμό, αλλά δημιουργεί επιπρόσθετα.
–Τι σας ώθησε να παραλληλίσετε την προσωπική τραγωδία ενός κωφάλαλου νέου το ’30 με το συλλογικό τραύμα του ’74; Θα έλεγα πως ο παραλληλισμός ήταν σε πιο προσωπικό επίπεδο, δηλαδή μεταξύ της οικογένειας του κωφάλαλου του 1930 και της οικογένειας του νεαρού πρόσφυγα μετά την Τουρκική εισβολή. Αν κάποιος μελετήσει λίγο τις δυο περιπτώσεις, θα βρει κοινά στοιχεία: ο ανεξέλεγκτος θυμός που πήγαζε από την αδυναμία αντιμετώπισης μιας δυσάρεστης κατάστασης κατέστρεψε μια οικογένεια στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Λίγες δεκαετίες μετά, η αδυναμία του Χάρη να διεκδικήσει δικαιοσύνη για εκείνον, για την οικογένεια του, για την Κύπρο, τον γέμιζε θυμό και τον έσπρωχνε προς το χάος, οδηγώντας έτσι, όπως και στην πρώτη περίπτωση, την οικογένεια της στην καταστροφή.
–Είναι δυνατή η κάθαρση μετά από τόσες δεκαετίες και γενιές σιωπής και οργής; Πιο ειδικοί από μένα θα πρέπει να απαντήσουν σ’ αυτό. Ας υποθέσουμε πως η κάθαρση ορίζεται ως η απαλλαγή από τον θυμό, το μίσος, την ανάγκη για εκδίκηση και η συνεπαγόμενη συνέχιση μιας φυσιολογικής ζωής για τον καθένα από εμάς. Επίσης, ας υποθέσουμε πως το πρόβλημα της εισβολής και κατοχής συνεχίζεται. Προσωπικά, εκτιμώ πως η κάθαρση σε προσωπικό επίπεδο είναι εφικτή αν προϋπάρξουν (ή βελτιωθούν) εσωτερικές διεργασίες όπως: α) η προσωπική καλλιέργεια που θα μας βοηθήσει να δούμε τον κόσμο από μια πιο πλατιά οπτική γωνία, β) η ηθική που θα μας βοηθήσει να συγχωρέσουμε αν όχι να αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, γ) η κατανόηση (χωρίς αυτό να σημαίνει την αποδοχή) των κανόνων που διέπουν την λειτουργία των κρατών και πιο συγκεκριμένα, τη σχέση μεταξύ διεθνούς δικαίου και κρατικών συμφερόντων. Αυτή θα μας βοηθήσει να απαντήσουμε σε εκείνο το τεράστιο «γιατί» του 1974 κι ίσως να βάλει ένα λιθαράκι στην πορεία μας προς την κάθαρση.
–Γιατί επιλέξατε τη Νέτα Καρπασίας; Για εσάς, προσωπικά, τι σημαίνει αυτός ο τόπος; Έτυχε σε μια περίοδο που έψαχνα το θέμα του επόμενού μου μυθιστορήματος να μου μιλήσει ένας φίλος από τη Νέτα για εκείνη την ιστορία με τον κωφάλαλο νέο. Η Νέτα θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε χωριό της κατεχόμενης Κύπρου. Θα μπορούσε να είναι το χωριό του πατέρα μου, ή το χωριό όπου ζούσα πριν την εισβολή. Δεν μπορώ και δεν θέλω να διαχωρίσω ή να δείξω προτίμηση σε οποιοδήποτε κατεχόμενο μέρος, είτε αυτό είναι ένα φτωχό χωριό, είτε μια ευημερούσα πόλη.
–Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη συγγραφή του βιβλίου, που σας ανάγκασε να έρθετε αντιμέτωπος με φαντάσματα από το παρελθόν της Κύπρου; Στα πλαίσια της συλλογής πληροφοριών, είχα μιλήσει με δυο άντρες που υπηρετούσαν τότε σε τάγμα της περιοχής. Αυτοί είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τον τουρκικό στρατό κι είχαν μεταφερθεί στα Άδανα. Τους είχα ζητήσει, λοιπόν, να μου περιγράψουν την ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των αιχμαλώτων και οι περιγραφές τους μιλούσαν για πραγματικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο, διστάζοντας, μου είχαν εκμυστηρευτεί και κάτι άλλο: πως οι συγκρατούμενοι τους έφτιαχναν ομάδες ανάλογα κυρίως με την καταγωγή τους και πως οι ομάδες αυτές τσακώνονταν μεταξύ τους για ευτελή θέματα όπως τα καθημερινά γεύματα. Δεν θα ήθελα να περιγράψω εδώ το τι ένιωσα ακούγοντας αυτές τις μαρτυρίες, αλλά θυμάμαι πως μέχρι την τελευταία στιγμή δεν ήμουν σίγουρος αν θα περιλάμβανα αυτή τη σκηνή στο μυθιστόρημα.
–Αν θα θέλατε ο αναγνώστης να κρατήσει μια μόνο σκέψη κλείνοντας το βιβλίο, ποια θα ήταν αυτή; Μια φράση που είδα γραμμένη κάπου και που περιέλαβα κάτω από τον τίτλο του βιβλίου: «Ας εξαγριωθούμε από την αδικία, αλλά ας μην καταστραφούμε απ’ αυτήν». Η αδικία, είτε προέρχεται από ένα κράτος, ένα οργανωμένο σύνολο ή ένα συνάνθρωπο ήταν, είναι και θα είναι μέρος της ζωής μας. Το οφείλουμε πρώτα στους εαυτούς μας και μετά στις γενιές που θα έρθουν να την πολεμήσουμε. Ωστόσο, έχουμε δυο επιλογές σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισής της: αφενός, μπορούμε να την αφήσουμε να μας πνίξει, να επηρεάσει την καθημερινότητά μας, να αλλοιώσει αρνητικά τη συμπεριφορά και τη διάθεση μας. Αφετέρου, μπορούμε να το κάνουμε ξεριζώνοντας παράλληλα από μέσα μας οποιαδήποτε, όχι απλά αρνητικά, αλλά καταστροφικά συναισθήματα μάς έχει φορτώσει. Πιστεύω πως, εχτός από το προφανές προσωπικό κέρδος, έτσι μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε πολύ πιο αποτελεσματικά.

Εκδ. Γράφημα
Σελ. 514
Τιμή: €16.00
Ελεύθερα 22.03.2026